Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΑΦΡΙΚΑΝΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ

Δύο ιστορικά γεγονότα του περασμένου αιώνα
ορόσημα για την Ορθόδοξη ιεραποστολή

 Νικολάου Γ. Τσιρέβελου,
Δρ. Θεολογίας Α.Π.Θ.


1. Η πρόσκληση ομάδας Αφρικανών προς τους Ορθόδοξους (1923-1946)
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συνέβη ένα θαυμαστό γεγονός στην Αφρικανική γη, το οποίο λειτούργησε καθοριστικά για τη μετέπειτα αναβίωση της Ορθόδοξης μαρτυρίας. Πρόκειται για το αίτημα προς το ελληνόφωνο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας μιας ομάδας Αφρικανών να βαπτισθούν Ορθόδοξοι. Ειδικότερα, το 1923 οι Ουγκαντέζοι Ρουβήμ Μουκάσα Σπάρτας και Οβδιού Καμπάντα αποκόπηκαν από την Αγγλικανική Εκκλησία, αναζητώντας την αυθεντική χριστιανική πίστη1. Η κίνησή τους αυτή επηρέασε πολλούς συμπατριώτες τους. Βέβαια, η αναζήτηση του αυθεντικού χριστιανικού δόγματος διήλθε από ποικίλες περιπέτειες μέχρι τη στιγμή που συνάντησαν τον Ορθόδοξο κληρικό π. Νικόδημο Σαρίκα στις 13 Ιουνίου 19332. Το επόμενο έτος (1934) άρχισε η επικοινωνία τους μέσω επιστολών με τον Πατριάρχη Μελέτιο (Μεταξάκη)3.
Την περίοδο αυτή ο μικρός πυρήνας των Ουγκαντέζων είχε αυτονομασθεί «Ορθόδοξος Εκκλησία», με τον επίσημο τίτλο «African Orthodox Church»4 και επέμενε να ενωθεί με τη Μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Στην επιμονή τους αυτή, το 1942, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Χριστοφόρος (Δανιηλίδης) αποφάσισε να αποστείλει τον τότε Μητροπολίτη Αξώμης και μετέπειτα Πατριάρχη Αλεξανδρείας Νικόλαο (Βαρελόπουλο) για να διερευνήσει την κατάσταση. Ο ίδιος, μετά από συστηματική εξέταση των εκεί συνθηκών, υπέβαλε στο Πατριαρχείο μία εμπεριστατωμένη Έκθεση. Σε αυτή τόνιζε όλες τις διαφορές της «αυτόνομης» τοπικής Εκκλησίας με την Ορθόδοξη, κατέγραψε τις ανάγκες σε εκκλησιαστικό και διδακτικό επίπεδο και υπογράμμισε την επιμονή τους να βαπτιστούν Ορθόδοξοι5.
Τελικά το 1946 ο Σπάρτας επισκέφτηκε το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και διορίσθηκε από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστοφόρο «πρώτος πατριαρχικός επίτροπος πάσης Ανατολικής Αφρικής», έλαβε ορισμένες υποτροφίες για την ορθόδοξη κατάρτιση των ιθαγενών στελεχών και ονομάζοντας την τοπική Εκκλησία «African Greek Orthodox Church»6. Η Εκκλησία αυτή και ο π. Ρουβήμ Σπάρτας την επόμενη δεκαετία διαδραμάτισαν με τον τρόπο τους σημαντικό ρόλο στην ενεργοποίηση της ιεραποστολής στην ελλαδική κοινωνία.

 
2. Η επίσκεψη του π. Ρουβήμ Σπάρτα στην Ελλάδα (1959)
Το δεύτερο ιστορικό συμβάν συνδέεται με το κάλεσμα που απηύθυναν οι ίδιοι οι Αφρικανοί για τον εκχριστιανισμό τους. Προηγουμένως αναφερθήκαμε στις προσπάθειες ένταξης στην Ορθόδοξη Εκκλησία των Ουγκαντέζων, πρώην Αγγλικανών, κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Η πρώτη ουσιαστική πληροφορία ότι υπάρχουν Ορθόδοξοι στην Ουγκάντα προέρχεται από τους σπουδαστες «οι οποίοι μετέφεραν το μήνυμα της Εκκλησίας τους σε όλες τις χώρες και, ειδικότερα, στην Ελλάδα»1.
Ωστόσο η δυναμική γνωστοποίηση οφείλεται στην επίσκεψη του πρώτου Αφρικανού Ορθόδοξου κληρικού π. Χριστοφόρου Ρουβήμ Σπάρτα στην Ελλάδα το 1959. Η διαμονή του διήρκησε συνολικά 10 μήνες. Σε όλο αυτό το διάστημα «με την δραστηριότητά του και την φροντίδα των Γενικών Γραμματειών του ‘Συνδέσμου’ και της ‘Εκτελεστικής Επιτροπής δια την Ορθόδοξην Εξωτερικήν Ιεραποστολήν’ επεκοινώνησε με πλήθος ανθρώπων»2. Οι επαφές του περιλάμβαναν τις τότε κρατικές αρχές (βασιλείς, αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, διάφορα υπουργεία) και εκκλησιαστικές αρχές (Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, Ιερά Σύνοδο και Μητροπολίτες), καθώς και τις Θεολογικές Σχολές Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Συγχρόνως οργανώθηκαν ομιλίες του σε διάφορες Ενώσεις της Αδελφότητας «Ζωή» και σε ιερούς ναούς της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Σπάρτης.
Στο γεγονός αυτό ιδιαίτερη σημασία έχουν οι περιγραφές σχετικά με την υποδοχή του από την ελληνική κοινωνία. Οι περισσότερες εφημερίδες δημοσίευσαν εκτεταμένα άρθρα, ενώ «τα θρησκευτικά περιοδικά αφιέρωσαν σελίδες ολόκληρες για την αναζωπύρωσι του ιεραποστολικού φρονήματος»3. Εξάλλου, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας συνέβαλε στην άμεση αναγνώριση της Ορθόδοξης Αφρικανικής Εκκλησίας με την απόφαση να προσφέρεται ετήσια φιλανθρωπική βοήθεια από την περιφορά ειδικού δίσκου στους ιερούς ναούς των Μητροπόλεων. Παρόμοια υπήρξε η συμβολή της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία εξασφάλισε υποτροφίες για σπουδές των Αφρικανών νέων στην Ελλάδα.
Επιπλέον, χαρακτηριστικές υπήρξαν οι περιγραφές για τη θερμή υποδοχή που επιφυλάχθηκε στον π. Ρουβήμ Σπάρτα σε κάθε τόπο, καθώς και η προβολή της οικονομικής συμπαράστασης του λαού. Ενδεικτικά τέλος του κλίματος που επικράτησε είναι όσα εν κατακλείδι γράφει ο τότε λαϊκός θεολόγος και νυν Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος (Γιαννουλάτος): «Η μικρή φλόγα του ιεραποστολικού ζήλου που προ ολίγου μόλις χρόνου άναψε στις καρδιές μερικών ανθρώπων μέσα σε μια ατμόσφαιρα σιωπής και προσευχής, όλο και περισσότερο τώρα φουντώνει. Η επίσκεψι του π. Σπάρτα ήρθε σαν ζωογόνος άνεμος να την δυναμώση για να κάψη τους φράκτες των δισταγμών και των φόβων που κλείνουν το δρόμο»4.
Επιπροσθέτως, σημειώνουμε ότι η πρόσκληση των Αφρικανών που απηύθυναν για ευαγγελισμό στους Ορθόδοξους συνδέθηκε από το περιοδικό Πορευθέντες με το αντίστοιχο κάλεσμα των Μακεδόνων προς τον Απόστολο Παύλο για να κηρύξει στη Μακεδονία (Πρ. Απ 16,9). Στο εξώφυλλο του 2ου τεύχους του περιοδικού η θέση αυτή προβλήθηκε έντονα μέσα από μια ζωγραφική σύνθεση που φιλοτέχνησε ο Ντίνος Ξυνόπουλος. Η εικόνα είχε στο κέντρο δύο μαύρα χέρια -με φόντο μια ασιατική παγόδα- να καλούν σε βοήθεια. Ακριβώς από πάνω ήταν τυπωμένα τα γράμματα «Διαβὰς…βοήθησον ἡμῖν». Η σημείωση της φωτογραφίας (λεζάντα) αποκαλυπτικά βεβαίωνε την παραπάνω ερμηνεία: «Το ‘διαβὰς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν’ ακούγεται και πάλι…σαν έκκλησι, σαν παράπονο, σαν προσταγή -από την Άπω Ανατολή και την Κεντρική Αφρική (sic)». Επομένως, με χαρακτηριστικό τρόπο περιγράφηκε η πορεία προς την Ορθοδοξία των Αφρικανών, και λίγο αργότερα των Κορεατών, ως εμπνευσμένο από το Θεό δικό τους κάλεσμα5.
Η επίσκεψη του π. Ρουβήμ Σπάρτα πιθανότατα επηρέασε τους μετέπειτα πρώτους Έλληνες ιεραποστόλους. Έτσι, την επόμενη χρονιά, το 1960, ο αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος πήγε αρχικά στην Καμπάλα και μετέπειτα στο Ναϊρόμπι της Κένυας. Η απόφασή του αργότερα να εγκατασταθεί στην Ουγκάντα επηρεάστηκε από τον πρώτο Αφρικανό -και τότε συμφοιτητή του- στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ιερέα Θεόδωρο Νανκυάμα6. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1964, ο τότε αρχιμανδρίτης και υπεύθυνος του «Διορθόδοξου Ιεραποστολικού Κέντρου “Πορευθέντες”» και νυν Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστάσιος ξεκίνησε την ιεραποστολική εργασία στην Ανατολική Αφρική7. Στη συνέχεια, το 1969, μετέβησαν ο μακαριστός αρχιμανδρίτης Αθανάσιος Ανθίδης στη Δυτική Κένυα, ο τότε αρχιμανδρίτης και νυν Μητροπολίτης Νέας Ζηλανδίας Αμφιλόχιος Τσούκος στο Νταρ-ες-Σαλά, καθώς και η γεωπόνος Καλλιόπη Καρανικόλα, η δασκάλα Γεωργία Ανδρούτσου και Μαρία Κατσιγαράκη στην Κεντρική Κένυα.Εν κατακλείδι, το κάλεσμα αυτό των Αφρικανών διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην αναζωπύρωση της Ορθόδοξης μαρτυρίας στην Αφρική, καθώς και στην ιεραποστολική αφύπνιση των Ελλήνων. Κατά αυτόν τον τρόπο επανεργοποιήθηκε η υπακοή των χριστιανών στην εντολή του Αναστημένου Ιησού να μαθητεύσουν «πάντα τὰ ἔθνη» (Μτθ. 28,19-20) και να δώσουν τη μαρτυρία τους «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πρ. Απ. 1,8).

1 Βλ. Νεκ. Χατζημιχάλη, «Ορθοδοξία και μεσσιανισμός εις την Αφρικήν», στο Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, επιμ. Γ. Μαντζαρίδη, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 217-218 και 227-229.
2 Θ. Νανκυάμα, «Η Ορθοδοξία εις την Ανατολικήν Αφρικήν», Πορευθέντες, τεύχ. 1 (1959) και 2 (1959), σελ. 7-8 και 2-3 αντίστοιχα.
3 Ανδ. Τηλλυρίδη, «Η απαρχή της Ορθοδοξίας στην Ουγκάντα», Πάντα τα Έθνη, τεύχ. 8 (1983), σελ. 21.
4 Η ονομασία αυτή ήταν συνηθισμένη «δια τας αποκοπτομένας χριστιανικάς παραφυάδας». Νεκ. Χατζημιχάλη, Ορθοδοξία, ό.π., σελ. 215.
5 Ιστορικού, «Αποστολή παρά τοις μαύροις εν Ουγγάνδα», Πάντα τα Έθνη, τευχ. 8 (1983), σελ. 22-24.
6 Νεκ. Χατζημιχάλη, Ορθοδοξία, ο.π., σελ. 216.
7 «Η αναζωπύρωση της Ορθόδοξης Ιεραποστολής», Πάντα τα Έθνη, τεύχ. 56 (1995), σελ. 103.
8 Αν. Γιαννουλάτου, «Ο π. Ρουβήμ Σπάρτας στην Ελλάδα», Πορευθέντες, τεύχ. 5 (1960), σελ. 10.
9 Αν. Γιαννουλάτου, Ο π. Ρουβήμ., ό.π.,, σελ. 12.
10 Αν. Γιαννουλάτου, Ο π. Ρουβήμ., ό.π., σελ. 13. Η τελευταία φράση αναφέρεται σε όσους αντιδρούσαν, θεωρώντας υπερβολή και ουτοπία την άσκηση της λεγόμενης «εξωτερικής ιεραποστολής».
11 Πρβλ. και το εισαγωγικό σημείωμα στο άρθρο του Αν. Γιαννουλάτου, Ο π. Ρουβήμ., ό.π., σελ. 10. Το περιοδικό Πάντα τα Έθνη 24 χρόνια αργότερα υποστήριξε την ίδια θέση στο αφιερωματικό τεύχος με θέμα την «Αφρικανική Ορθοδοξία». Σημειώνονται χαρακτηριστικά τα εξής: «Νοτιότερα όμως από τη Σαχάρα, γύρω και κάτω από τον Ισημερινό, τη λεγόμενη ‘μαύρη Αφρική’ ο σπόρος της Ορθοδοξίας βλάστησε μόλις στον δικό μας αιώνα. Τα πρώτα σπέρματα δεν τα έφερε κάποια ορθόδοξη ιεραποστολή, αλλά η λαχτάρα μερικών νεαρών Αφρικανών για τη γνήσια έκφραση του Χριστιανισμού» («50 χρόνια από ένα ελπιδοφόρο ξεκίνημα», Πάντα τα Έθνη, τεύχ. 8 (1983), σελ. 3). Στο ίδιο αφιέρωμα ο Ανδρέας Τηλλυρίδης (νυν Μητροπολίτης Κένυας Μακάριος) καταλήγει στο ακόλουθο συμπέρασμα: «Ο Κύριος ήταν εκείνος που φώτισε τους τότε πρωτεργάτες που ανακάλυψαν την αληθινή πίστη των Αποστόλων, των Μαρτύρων, των Ομολογητών και των Πατέρων της Μιας Εκκλησίας» («Αποστολή παρά τοις μαύροις εν Ουγγάνδα», Πάντα τα Έθνη, τεύχ. 8 (1983), σελ. 21).
12 Νεκ. Χατζημιχάλη, Ορθοδοξία, ό.π σελ. 213-214. Περισσότερα σχετικά με το ιεραποστολικό του έργο βλ. στο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Παπασαραντόπουλος, επιμ. Π. Δ. Παπαδημητρακόπουλου, εκδ. Ελληνική Εταιρεία Ορθοδόξου Εξωτερικής Ιεραποστολής, Θεσσαλονίκη 1974, σσ. 222.
13 Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Στην Αφρική, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, σελ. 21. Μάλιστα, η μετάβασή του έλαβε χώρα την επόμενη μέρα της χειροτονίας του σε πρεσβύτερο, όπου έλαβε και το οφφίκιο του αρχιμανδρίτη.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό
Πάντα τα Έθνη, τεύχ. 133, σελ. 16-19