Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Η ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ (Ο ΛΑΟ ΤΣΕ ΚΑΙ Ο ΚΟΜΦΟΥΚΙΟΣ)


α) Ο Ταοϊσμός


"Στο Λάο-Τσε η κινεζική παράδοση αποδίδει το ξεκίνημα μιας φιλοσοφικής τάσεως -και αργότερα μιας θρησκευτικής σχολής-, του Ταοϊσμού, που επιδιώκει την παράταση και την πλήρωση της ζωής με την περισυλλογή. Πρόκειται για μια ασαφή κινεζική προσωπικότητα του 6ου π.Χ.. Το όνομα Λάο-Τσε σημαίνει 'γέροντας-διδάσκαλος΄ και πρόκειται μάλλον για τίτλο. Σχετικά με τη ζωή του αναφέρονται τόσο ελάχιστα και εξαιρετικά αμφίβολα στοιχεία, ώστε να αμφισβητείται και το αν υπήρξε ιστορικό πρόσωπο. Οι περισσότεροι όμως μελετητές δέχονται ότι ο πυρήνας του βιβλίου Τάο-τε-Τσίνγκ, που συνδέθηκε με το όνομα του και που μέχρι την περίοδο των Χαν ονομαζόταν ΄Το κείμενο Λάο-Τσε΄, πρέπει να αποδοθεί σε μια πολύ σημαντική ιστορική μορφή, την οποία ταυτίζουν με τον Λάο-Τσε. Το κείμενο αυτό, με το λιτό, πυκνό, αινιγματικό ύφος του, υποδηλώνει όχι ένα συγγραφέα, αλλά πολλούς στοχαστές. Ωστόσο είναι ανεπτυγμένο γύρω από έναν κεντρικό άξονα, ο οποίος κάλλιστα μπορεί να προέρχεται από έναν κινέζο στοχαστή του 6ου αι π.Χ. αι., λίγο πιο ηλικιωμένο από τον Κομφούκιο (σελ. 80). [...]


Το Τάο-τε-ΤσίνγκΝτάου-ντα-τζίνγκ), που αποτελεί τη βασική έκφραση της σκέψεως του Λάο-Τσε, κρατάει αρνητική στάση στη γνώση, τη δόξα, τον πλούτο. Καθορίζει μια γραμμή ασκητική. Κεντρική θέση κατέχει η διδασκαλία περί 'Τάο' (κατά προσέγγιση, προφέρεται 'Ντάου') που προσδιορίζεται με αποφατική γλώσσα και αντιφατικές εκφράσεις. Είναι αθέατο, άφατο, άπιαστο, απρόσωπο΄αλλά είναι αιώνιο, η πρώτη και τα πάντα περιέχουσα αρχή του σύμπαντος.

Πρόκειται για μια διάθεση μονιστική, που διαβλέπει απόλυ τη ενότητα στο σύμπαν. Ο Λάο-Τσε θέλει τον άνθρωπο ταπεινό, πράο κι ευχαριστημένο με τα λίγα. Η πρωτόγονη απλότητα είναι το ιδανικό του. Η στάση που προτείνει στη ζωή είναι η απάθεια και η ησυχία. Η περίφημη θέση του το ΄γουό γουάι΄,, θα μπορούσε να συνοψισθεί στην παρότρυνση ΄μην κάνετε τίποτε΄, ή ΄κάνε το καθετί μην κάνοντας τίποτε΄.

Η σκέψη του Λάο-Τσε οδήγησε την κινεζική φιλοσοφία σε μια στάση διαμετρικά αντίθετη από του Κομφουκίου. Αμφισβήτησε τη σημασία της ανθρώπινης σοφίας και της πολιτιστικής προσπάθειας, εξύμνησε το αυθόρμητο, το φυσικό. Ο Λάο-Τσε προσέφερε πολλά στη διαμόρφωση της κινεζικής νοοτροπίας, δείχνοντας την τρέλα που κρύβει η εγωιστική αναζήτηση, τους κινδύνους που έχει η τυπικότητα και η υπεροργάνωση. Εντούτοις, και οι δυο στοχαστές συμφωνούν ότι πρέπει να τονίζεται η αξία του μέτρου. Τα άκρα φέρουν το αντίθετο του επιδιωκομένου. Συχνά, οι απόψεις του Κομφουκιανισμού και του Ταοϊσμού συμπληρώνονται αντιθετικά μεταξύ τους. Διαμορφώνουν έτσι τις δύο βασικές πλευρές του κινεζικού χαρακτήρα.

Η μορφή του Λάο-Τσε, απροσδιόριστη και συνάμα γοητευτική, κινείται μέσα στην κινεζική σκέψη σαν σύννεφο -που είναι, άλλωστε, το χαρακτηριστικό σύμβολο του Ταοϊσμού- μέσα στο φως του ήλιου μιας μυστικής διαισθήσεως, που το διαπερνά και το πλαισιώνει (σελ. 81-83)".

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Ίχνη από την αναζήτηση του Υπερβατικού. Συλλογή θρησκειολογικών μελετημάτων, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004.




β) Ο Κομφουκιανισμός


"Ο Κομφούκιος έζησε την περίοδο που είναι γνωστή στους ιστορικούς της Κίνας ως Περίδος των Ανοίξεων και των Φθινοπώρων, Chun Qiu (722-481 π.Χ.), ονομασία που προέρχεται από τον τίτλο των Χρονικών που περιγράφουν συμβάντα της (σελ. 17). [...] 

Ποιός ήταν όμως ο ιστορικός Κομφούκιος, διερωτάται ο A. Waley. Αν στηριχτούμε μόνο στα Ανάλεκτα, απαντάει η Anne Cheng, ξέρουμε ότι ο Κομφούκιος δεν ήταν ο Πάνσοφος, ο Προφήτης, ο Άγιος της παράδοσης που επικράτησε από τον Σι Μα Τσιέν και μετά, αλλά ένας δραστήριος άνθρωπος που αγαπούσε κι ήξερε τις Τελετές και τη μουσική, που συχνά απελπιζόνταν, θύμωνε ή ενθουσιαζόνταν (με τη μελέτη, για παράδειγμα, σε σημείο που όπως λέει ξεχνούσε να φάει ή που δεν έπαιρνε είδηση πως τα γηρατειά τον είχανε κιόλας φτάσει). Άνθρωπος που δεν δίσταζε επιπλέον ούτε στιγμή να τα εκδηλώνει όλα αυτά με τον τρόπο που αναστάτωνε τους μαθητές του και με ειρωνεία, παρόμοια με τη σωκρατική. [...]

Πάνω απ' όλα αυτά όμως ήταν ένας ξακουστός κι αγαπητός διδάσκαλος, περιτριγυρισμένος από μαθητές που συνέρρεαν απ' όλες τις γωνιές της απέραντης χώρας για να τον ακούσουν. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία μάλιστα πως ως διδάσκαλος κυρίως κατέλαβε την υψηλή του θέση στο πνευματικό στερέωμα του Απωανατολικού κόσμου (σελ. 25). [...] 

Τα Ανάλεκτα είναι ένα από τα πρώτα κείμενα της κινεζικής γραμματείας όπου το ιδεόγραμμα dao χρησιμοποιείται και με τη μεταδορική σημασία που θ' αποκτήσει, στα κατοπινά κυρίως κείμενα, για να καταστεί έτσι η θεμελιακή έννοια της σινικής φιλοσοφικής σκέψης στο σύνολό της. Η κυριολεκτική σημασία του ιδεογράμματος είναι οδός, τρόπος, κι η μεταφορική του, όπως και σε πολλές άλλες γλώσσες, μέθοδος, αρχή, αλλά επίσης μιλώ, εξαγγέλλω. Συνήθως έχει της σημασία της ομαλής ροής των πραγμάτων, όταν δηλαδή δεν διαταράζεται η ενυπάρχουσα αρμονία του κόσμου και για τον λόγο αυτό η έννοια dao έχει αναμφισβήτητα θετικό χαρακτήρα (σελ. 30)".


Ορισμένα από τα αποφθέγματα του Κομφουκίου:

"Είπε ο Διδάσκαλος: Μελετάς και την κατάλληλη στιγμή ξεδιπλώνεις ότι έμαθες΄ δεν είναι αυτό χαρά; ΑΠό τόπους μακρινούς φτάνουν οι φίλοι σου΄δεν είναι αυτό ικανοποίηση;
Δεν σε αναγνωρίζουν οι άλλοι και δεν δυσανασχετείς΄δεν δείχνει αυτό ότι είσαι άριστος; (σελ. 133) [...]


Είπε ο Διδάσκαλος: Όποιος στην όψη μοιάζει αδίστακτος, μέσα του όμως είναι φοβιτσιάρης -ένα παράδειγμα μικρού ανθρώπου-, δεν μοιάζει με όποιν τρυπώνει ή σκαρφαλώνει για να κλέψει;
Είπε ο Διδάσκαλος: Οι 'έντιμοι συμπολίτες' είναι κλέφτες της αρετής (σελ. 211).

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Κομφουκίου, Τα Ανάλεκτα, εισαγωγή-μτφρ.-ερμηνεία Σωτήρη Χαλίκια, εκδ. Ίνδικτος, 2001.  

Για να δείτε την παρουσίαση της δ.ε. 36 του Μαθήματος των Θρησκευτικών της Β΄ Λυκείου πατήστε ΕΔΩ



Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Πίνακας π Σταμάτη Σκλήρη
"Η λέξη 'ίσος', όταν εφαρμόζεται στον άνδρα και τη γυναίκα στη συζυγική σχέση, προκαλέι κάποια σύγχυση. Η λέξη ΄'ισος' έχει κάποιο κύρος, όσο σημαίνει την κοινή προσπάθεια δύο ανθρώπων που συνδέονται με μια βαθιά σχέση. Κάποιος είπε ότι ο γάμος είναι μια κυβέρνηση δυο κομμάτων και μ' αυτή την έννοια φαίνεται να έχουν ίσα δικαιώματα ψήφου.

Πίνακας Γ. Κόρδη
Αλλά στην πραγματικότητα η επιδίωξη της ισότητος στις ανθρώπινες σχέσεις είναι λανθασμένη, γιατί γίνεται προσπάθεια να εφαρμοσθούν στις ανθρώπινες σχέσεις μηχανικά σχήματα που έχουν πάντοτε κακά αποτελέσματα. Το άτομο που απαιτεί επιτακτικά ισότητα πολύ συχνά στην πραγματικότητα επιδιώκει την απόκτηση της δυνάμεως και δε θα ικανοποιηθεί με την ισότητα, όταν την αποκτήσει. Αν είναι κακό να υπάρχει κυρίαρχος στο γάμο, είναι πολύ χειρότερο να υπάρχουν δύο αντίζηλοι κυρίαρχοι (σελ. 27). [...]

Η εμμονή στην τήρηση κοινής γραμμής μπορεί να απαιτήσει πολύ χρόνο, αλλά, αν η διαδικασία αυτή έχει γίνει αποδεκτή και από τους δύο συζύγους σαν η μέθοδος προτιμήσεώς τους για την αντιμετώπιση των διαφόρων καταστάσεων, είναι αναμφισβήτα καλύτερη από κάθε άλλη. Μ' αυτό τον τρόπο οι σύζυγοι αποκτούν προοδευτικά μια βαθύτερη γνώση του εαυτού τους και ο ένας του άλλου σαν προσώπων. Αυτή η γνώση κάνει ευκολότερη την λήψη αποφάσεων στο μέλλον. Κάθε νίκη σ' αυτή την προσπάθεια δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση της επόμενης δυσκολίας (σελ. 28).[...]


Πίνακας π Σταμάτη Σκλήρη



(Σήμερα) Στα περισσότερα σύγχρονα ζευγάρια οι σύζυγοι στην αρχή μοιράζονται τις ευθύνες, αλλά σιγά σιγά αρχίζει η εξειδανίκευση. Τον σύζυγο τον απορροφά το επάγγελμά του (η οικονομική πλευρά της ζωής) και παραμελεί όλες τις ευθύνες. Όλες οι άλλες ευθύνες αφήνονται στη σύζυγο ή εκείνη τις αναλαμβάνει γιατί υπάρχει ένα κενό ηγεσίας (σελ. 29). [...]




Πίνακας π Σταμάτη Σκλήρη
Αν τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες δεν μπορούν να βεβαιωθούν για την πραγματική αξία τους, αν δεν μπορούν να αποδεχθούν και να αγαπήσουν τους εαυτούς τους, δε θα μπορέσουν να αγαπήσουν πραγματικά και τους συντρόφους τους στο γάμο, δε θα μπορέσουν να προσφέρουν γνήσια χριστιανική αγάπη στα παιδιά τους, στους πλησίον τους και στην ευρύτερη ανθρώπινη κοινωνία" (σελ. 32).

Αποσπάσματα από το βιβλίο των π Φιλόθεου Φάρου και π Σταύρου Κοφινά, Συζυγία, εκδ. Ακρίτας, εκδ. δ΄, Αθήνα 2009.


Πίνακας Γεώργιου Κόρδη




Για να δείτε την παρουσίαση της δ.ε. 25 του Μαθήματος των Θρησκευτικών της Α΄ Λυκείου πατήστε ΕΔΩ








Νίκος Πορτοκάλογλου (Μελίνα Κανά), "Κλείσε τα μάτια σου"



Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ - ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ


Το ακόλουθο κείμενο εκφράζει τα σχόλια και τις προτάσεις για τη βελτίωση του ιεραποστολικού κειμένου της Πανορθοδόξου Συνόδου με τίτλο: "Η αποστολή της Ορθοδόξου εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω". Το κείμενο που δημοσιεύεται παρακάτω συντάχθηκε από 15 επιστήμονες θεολόγους, κληρικούς και λαϊκούς, που ασχολούνται με την εν Χριστώ μαρτυρία (ιεραποστολή) στον κόσμο. Ο ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Πέτρος Βασιλειάδης είχε την οργάνωση και συντόνισε όλες τις προσπάθειες για τη τελική σύνταξη του παρόντος κειμένου. Τα σχόλια και οι προτάσεις των θεολόγων απεστάλησαν σε όλες τις Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες.

Το κείμενο δημοσιεύεται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ 
ΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ 

Επί του προταθέντος κειμένου  "Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΝ ΤΩ ΣΥΓΧΡΟΝΩ ΚΟΣΜΩ"

Προς πάσας τας Ορθοδόξους Αυτοκεφάλους Εκκλησίας
Παναγιώτατε,
Μακαριώτατοι,
Σεβασμιώτατοι,
Και λοιπά μέλη των αντιπροσωπιών  των αγιωτάτων Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών στην συνερχόμενη τον Ιούνιο ενεστώτος έτους Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

     Ως πιστά μέλη της Αγίας ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας, αρχιερείς, ιερείς και λαϊκοί ασχολούμενοι επιστημονικά με την ιεραποστολική, οι οποίοι με πάθος αφιέρωσαν τις τελευταίες δεκαετίες την επιστημονική τους δραστηριότητα στην Ορθόδοξη κατανόηση της χριστιανικής μαρτυρίας, ταπεινά υποβάλλουμε τις σκέψεις και προτάσεις μας στις αρμόδιες επιτροπές των αγιωτάτων Ορθοδόξων αυτοκεφάλων Εκκλησιών, ενθαρρυνόμενοι από την απόφαση της κατά Ιανουάριον του 2016 Συνάξεως των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, όπως διευρυνθεί η συνοδική διαδικασία με τη δημοσιοποίηση στο ευρύτερο κοινό όλων των συμφωνηθέντων κειμένων, των υποβληθέντων προς συζήτηση και τελική έγκριση από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

     Είμαστε εξαιρετικά ευγνώμονες για την ευκαιρία αυτή, η οποία ενισχύει την συνοδικότητα της Εκκλησίας μας, με την ευκαιρία μάλιστα της πρώτης συγκλήσεως μιας πραγματικά Πανορθόδοξης Συνόδου μετά από τόσους αιώνες.
     Χωρίς να αρνούματε τη σημασία όλων των άλλων συμφωνηθέντων κειμένων, το κείμενο για την Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν των Συγχρόνω Κόσμω – το οποίο, εσκεμμένως υποθέτουμε, εμφανίζεται πρώτο στον κατάλογο, τον οποίον η Σύναξη των Προκαθημένων υπέβαλε στη Σύνοδο – είναι υψίστης και εξαιρετικής σημασίας. Όχι μόνο γιατί η Εκκλησία υπάρχει για τον κόσμο, και όχι για τον εαυτό της, αλλά και γιατί έρχεται σε μια ιστορική στιγμή, κατά την οποία όλος ο κόσμος, ανεξάρτητα από θρησκευτικές ή ακόμη και μη-θρησκευτικές πεποιθήσεις, έχει με ενθουσιασμό αποδεχθεί δύο παρόμοια ιεραποστολικά κείμενα: την περίφημη Αποστολική Προτροπή του Πάπα Φραγκίσκου "Evangelii Gaudium" (2013), και σχεδόν ταυτόχρονα τη νέα ιεραποστολική διακήρυξη της παγκόσμιας χριστιανικής ιεραποστολής: “Together towards Life: Mission and Evangelism in Changing Landscapes”.

     Ως εκ τούτου, θεωρήσαμε επιτακτικό μας καθήκον να συμβάλουμε με τις μικρές επιστημονικές μας δυνάμεις, ώστε μια Ορθόδοξη παρόμοια διακήρυξη, η πρώτη που θα απευθυνθεί urbi et orbi από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες με μια φωνή, να είναι όσο το δυνατό ανθρωπίνως τελειότερη.
     Έχοντας επίγνωση ότι βρισκόμαστε σε αρκετά προχωρημένο στάδιο αυτής της συνοδικής διαδικασίας αποφασίσαμε να περιορίσουμε τις παρατηρήσεις μας μόνο σε λίγες απολύτως απαραίτητες τις προτάσεις.
       Κατ΄αρχήν υιοθετούμε πλήρως όλες τις παρατηρήσεις σχετικά με την αποστολή, την εκπαίδευση και τα μέσα ενημέρωσης της ομάδας των επιστημόνων, οι οποίοι συναντήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του τ.έ., έπειτα από πρόσκληση της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Στην επιστολή μας αυτή δεν περιοριζόμαστε σε γενικές θεολογικές διατυπώσεις, αλλά προβαίνουμε σε συγκεκριμένες προτάσεις, παρουσιάζοντας στην αρχή, εν είδει προοιμίου, τήν θεολογική θεμελίωσή τους, αναφέροντας στη συνέχεια την ακριβή θέση των πιθανών αλλαγών/προσθηκών, τόσο στο επίσημο ελληνικό πρωτότυπο κείμενο, όσο και σε μια ανεπίσημη αγγλική του μετάφραση, προς διευκόλυνση όσων δεν χειρίζονται επαρκώς την ελληνική. Για λόγους ευκολίας οι προτάσεις ενσωματώνονται με κόκκινα γράμματα στα παραπάνω κείμενα, ενώ  προστίθεται και με μπλε γράμματα (εντός παρενθέσεως αμέσως μετά) και η απαραίτητη θεολογική αιτιολόγησή τους.

Με άπειρο σεβσμό και εκτίμηση, υποβάλλεται υπό των: 
Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Kisumu Δυτικής Κένυας, Δρ.Θ. Αθανασίου AKUNDA  Πανοσιολογιωτάτου
Αρχ/του Δρ. Θ. Αναστασίου Elekiah KIHALI 
Αιδεσιμολογιωτάτου Πρεσβυτέρου Δρ. Θ. π. Γρηγορίου EDWARDS 
Αιδεσιμολογιωτάτου Πρεσβυτέρου Δρ. Θ. Γεωργίου LIACOPOULOS 
Αιδεσιμολογιωτάτου Πρεσβυτέρου Δρ. Θ. Koσμά (Ιωάνου) ΝGIGE  NJOROGE  
Δρ. Θ. Ευανθίας ΑΔΑΜΤΖΙΛΟΓΛΟΥ  
Ομοτίμου Καθηγητού Πέτρου ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ  
Δρ. Θ. Έβης ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ 
Ομοτίμου Καθηγητού Ivan DIMITROV  
Δρ. Θ. Rastko JOVIC 
Δρ. Θ. Nικολάου ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ 
Δρ. Θ. Eλένης KAΣΣEΛOUΡΗ 
Δρ. Θ. Δημητρίου KEΡAMIΔΑ 
Δρ. Θ. Θεοδοσίου KYΡIAKIΔΗ 
Δρ. Θ. Αθανασίου ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ 
Δρ. Θ. Νικολάου ΤΣΙΡΕΒΕΛΟΥ

Αρχή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής του σωτηρίου έτους 2016, έτους συγκλήσεως της  Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας



Προοίμιο



     Το εγκριθέν κείμενο με τίτλο «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω», αν και αποτελεί αναμφιβόλως θετική εξέλιξη με εξαιρετική σημασία, δίνει δυστυχώς  την εντύπωση ότι αγνοεί όλα τα μεγάλα επιτεύγματα της Ορθοδόξου θεολογίας στον σύγχρονο επιστημονικό περί της χριστιανικής μαρτυρίας διάλογο, ιδιαίτερα στην επιστήμη της ιεραποστολικής. 

1. Η πρώτη μας παρατήρηση θεμελιώδους σημασίας για ένα κείμενο Ορθόδοξης χριστιανικής μαρτυρίας είναι η παράλειψη της επιβεβαίωσης της αποστολικής ευθύνης της Εκκλησίας, αρχής γενομένης με την βιβλική θεμελίωση αυτής ακριβώς της διάστασης της εκκλησιακής της ταυτότητας. Αυτό πιθανώς ήταν αποτέλεσμα της συγκεκριμένης απόφασης για απλή αναθεώρηση του συγκεκριμένου κειμένου, το οποίο αναφερόταν μόνο σε συγκεκριμένες πτυχές της μαρτυρίας της Εκκλησίας (την συμβολή δηλαδή της Ορθόδοξης Εκκλησίας κλπ). Τώρα, όμως, που το τελικό κείμενο καλύπτει το σύνολο της αποστολής/μαρτυρίας της Εκκλησίας, η παντελής έλλειψη αναφοράς στην Κυριακή επιταγή για ιεραποστολή θα δώσει την εντύπωση, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία υποβαθμίζει την ιεραποστολική της ευθύνη σε μια απλή επιλογή δευτερεύουσας σημασίας, και όχι σε πρωταρχική και επιτακτική υποχρέωσή της.

2. Επίσης, εξαιρετικής σημασίας είναι και η παραμέληση των Ορθοδόξων θεολογικών επιτευγμάτων στην παγκόσμια ιεραποστολή. Όλοι σχεδόν οι ιεραπόστολοι και οι θεωρητικοί της ιεραποστολικής σε όλο τον κόσμο μιλούν για την αποστολή της Εκκλησίας, χρησιμοποιώντας τον όρο «μαρτυρία», πολύ πιο περιεκτικό σε περιεχόμενο και σημασία από τον ξεπερασμένο πλέον όρο «αποστολή/ ιεραποστολή», ο οποίος επί πλέον θυμίζει την παλαιότερη επιθετική και μερικές φορές προσηλυτιστική δράση ορισμένων ιεραποστολικών ομάδων. Τον όρο «μαρτυρία»,  ως γνωστόν, εισηγήθηκαν κατά κύριο λόγο και σε μεγάλο βαθμό προώθησαν σημαίνοντες Ορθόδοξοι, κυρίως ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος, και στη συνέχεια ο αείμνηστος π. Ion Bria, για να αναφέρουμε μόνο δύο από διαφορετικές Ορθόδοξες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες. Ο όρος αυτός αγνοείται, ως μη ώφελε, από το τίτλο του κειμένου. Για να μην αναφέρουμε βέβαια ότι ο όρος «αποστολή», εκτός από όλους τους σύγχρονους αρνητικούς συνειρμούς, δίνει σήμερα και την εντύπωση μιας αλαζονικής στάσης, ενώ ο όρος «μαρτυρία» ταιριάζει καλύτερα στο ήθος ταπείνωσης της Ορθοδοξίας.
    Ως αποτέλεσμα της προτίμησης του όρου «αποστολή» (αντί του όρου «μαρτυρία») αντικαταστάθηκε και ο υπότιτλος του κεφ. 6 στην πρωτότυπη προαναθεωρημένη έκδοση του 1986 «Προφητική Μαρτυρία…»! Θα αποτελούσε πραγματική συμβολή στην παγκόσμια ιεραποστολή, αν ο γενικός τίτλος του κειμένου μετετρέπετο σε: «Η Μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω», και ο υπότιτλος του κεφ. 6 σε: «Ἡ προφητική ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησία ὡς μαρτυρία ἀγάπης ἐν διακονίᾳ». Σημειωτέον, ο όρος «προφητική μαρτυρία" απαντάται ορθώς στην παρ. 9 αυτού του κεφαλαίου.

3. Στο ίδιο πνεύμα, αποτελεί άκρως επιτακτική ανάγκη μια Ορθόδοξη ιεραποστολική διακήρυξη να αναφέρει, ή ακόμη και να διερύνει, τον Ορθόδοξο, και πλέον ευρύτερα καθιερωμένο, όρο «λειτουργία μετά τη λειτουργία». Όπως και ο όρος «μαρτυρία», αποτελεί όρο με ιδιαίτερα πνευματικό περιεχόμενο, που χρησιμοποιείται από Ορθοδόξους (αρχικά από τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο και στη συνέχεια επιβλήθηκε παγκοσμίως στα διεθνή ιεραποστολικά fora). Η χρήση του δικαιολογείται επίσης από την αναφορά στην τελευταία παράγραφο του προοιμίου του κειμένου στην «ἐμπειρίαν καί διδασκαλίαν τῆς πατερικῆς, λειτουργικῆς καί ἀσκητικῆς της παραδόσεως (τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας)». Θα είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμο η προαναφερθείσα παράγραφος να επαναδιατυπωθεί ως εξής: «...ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, κατά τήν «λειτουργίαν μετά τήν λειτουργίαν», συμμετέχει...».

4. Τέλος, ενώ η κύρια θεολογική θεμελίωση του διαθρησκειακού διαλόγου στην παγκόσμια ιεραποστολή για πρώτη φορά διατυπώθηκε από έναν Ορθόδοξο, τον Μητροπολίτη του Όρους Λιβάνου του Πατριαρχείου Αντιοχείας, Georges Khodr, επί τη βάσει της ιδιαίτερης Ορθόδοξης θεολογίας περί «οικονομίας του Αγίου Πνεύματος» (παράλληλα βεβαίως με την «οικονομία του Λόγου»). Στο κεφ. 1 του κειμένου ουδεμία θεολογική τεκμηρίωση παρατίθεται, ή ακόμα αφήνεται να εννοηθεί, και απλώς αναφέρεται, ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες «καλοῦνται νά συμβάλουν εἰς τήν διαθρησκειακήν συνεννόησιν καί συνεργασίαν». Θα ήταν, ως εκ τούτου, θεολογικά πιο εύστοχο, εάν η σχετική πρόταση είχε επαναδιατυπωθεί ως εξής: Οι  Ορθόδοξες Εκκλησίες, «επί τη βάσει της ιδιαιτέρας αυτών θεολογικής παραδόσεως περί της «οικονομίας του Αγίου Πνεύματος» (παραλλήλως προς την «οικονομίαν του Λόγου»), καλοῦνται νά συμβάλουν…». Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι o διαθρησκευτικός («religious» ή «inter-religious») διάλογος (ο διάλογος δηλαδή μεταξύ των θρησκειών) είναι μια καθαρά κοσμική επιστημονική διαδικασία, και επιπλέον μπορεί έμμεσα να δώσει την εντύπωση ενός ανεπιθύμητου συγκρητισμού, ενώ ο διαθρησκειακός («inter-faith») διάλογος είναι ιεραποστολικός όρος, ο οποίος αναφέρεται σε μια από αγάπη συνάντηση με τους πιστούς των άλλων θρησκειών, κατά το παράδειγμα, μεταξύ άλλων, της συνάντησης και του διαλόγου του Ιησού Χριστού με την Σαμαρείτιδα.

5. Σε αντίθεση προς τους όρους των οικουμενικών συνόδων και τις λοιπές κανονικές διατάξεις, που κατά παράδοση αντλούν την θεολογική τους τεκμηρίωση από τα Κυριακά (ή, ελλείψει αυτών, τα παύλεια ή λοιπά βιβλικά) λόγια, η θεολογική τεκμηρίωση του κειμένου σε ορισμένα σημεία παραλείπει τις κατάλληλες βιβλικές αναφορές., Η έλλειψη, ειδικότερα, επακριβούς βιβλικής τεκμηρίωσης είναι εμφανής στην σχέση μεταξύ ειρήνης και δικαιοσύνης, αν και υπάρχουν πολλά βιβλικά χωρία, τα οποία ευρέως χρησιμοποιούνται σε πατερικά κείμενα (π.χ. «δικαιοσύνη καί εἰρήνη κατεφίλησαν», Ψαλμ. 84/85,10, «καί ἔσται τά ἔργα δικαιοσύνης εἰρήνη, καί κρατήσει ἡ δικαιοσύνη...», 32,17, «γενέσθω δή εἰρήνη καί δικαιοσύνη», 39,8, κλπ). Σε ορισμένες περιπτώσεις, η πρώτη θεολογική τεκμηρίωση βασίζεται σε πολύ μεταγενέστερα πατερικά κείμενα. Στο κεφ. 2 (Ελευθερία και ευθύνη) παρ. 1, αν και υπάρχει η γνωστή παύλεια ρήση «Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε» (Γαλ. 5,1), το κείμενο  μεταπηδά στην Ομιλία 14 του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Ομοίως, στο κεφ. 3 (Ειρήνη και Δικαιοσύνη) παρ. 2 όλες οι ανωτέρω θεμελιώδεις παλαιοδιαθηκικές αναφορές για τη αδιάρρηκτη σχέση μεταξύ ειρήνης και δικαιοσύνης αγνοούνται, και η θεολογική θεμελίωση περιορίζεται στον...Κλήμεντα Αλεξάνδρειας. Η ανεπαρκής παλαιοδιαθηκική τεκμηρίωση του κειμένου πιθανώς να οδήγησε  και στην (σκόπιμη;) διαγραφή του όρου «Προφητική» από τον αρχικό υπότιτλο του κεφ. 6 (βλ. πιο πάνω 2).
      Θα ήταν, επομένως, προτιμότερο το κεφ. 2 να αρχίζει ως εξής: «Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε» (Γαλ. 5,1). Ἕν ἐκ τῶν ὑψίστων δώρων…», και στο κεφ. 3 η παρ. 1 να διατυπωθεί ως εξής: «Αὐτή αὕτη ἡ ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψις χαρακτηρίζεται υπό τε των Προφητών (Ναούμ 2,1) και του Αποστόλου Παύλου (Ἐφ. 6,15) ὡς «εὐαγγέλιον εἰρήνης», και ο αναμενόμενος Χριστός ὡς «άρχων εἰρήνης» Ησ. 9,5. Ζαχ 9,9εξ), διότι ὁ Χριστός...».

6. Η σχέση μεταξύ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανθρωπίνων ευθυνών, την οποίαν όλοι Ορθόδοξοι, ειδικά οι Ρώσοι, έχουν υποστηρίξει σε διεθνή οικουμενικά fora, αποτελεί ένα από τα δυναμικότερα σημεία του κειμένου. Εκείνο που προτείνουμε εδώ είναι η βελτίωσή του. Από τα ελλείμματα της νεωτερικότητας σε θέματα δικαιοσύνης, ειρήνης, ακεραιότητας της δημιουργίας, και παγκόσμιας οικονομίας, είναι σε κάποιο βαθμό αποτέλεσμα του ατομικισμού, με την επακόλουθη απόλυτη, άνευ όρων, την ανεξέλεγκτη ελευθερία του ατόμου σε όλες τις πτυχές της ζωής (σεξουαλική ελευθερία, νομικά κατωχηρωμένη ελευθερία στην συσσώρευση πλούτου κλπ), που σε ορισμένους αποτελεί την νέα πίστη κατά την νεωτερικότητα. Ως εκ τούτου, όπως ορθά υποστηρίζει το κείμενο, «ἐλευθερία ἄνευ εὐθύνης καί ἀγάπης ὁδηγεῖ τελικῶς εἰς τήν ἀπώλειαν τῆς ἐλευθερίας». Επιπλέον, η πιο απτή πτυχή αυτής της απώλειας της ελευθερίας έχει να κάνει με την ευρύτατα αποδεκτή στον δυτικό πολιτισμό Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Έχει πλέον γίνει σήμερα σαφές, ότι τα «ανθρώπινα δικαιώματα» είναι άκρως αναποτελεσματικά, αν δεν συνοδεύονται από τις «ανθρώπινα ευθύνες». Ωστόσο, εκτός από την διαβεβαίωση ότι η «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καταβάλλει πάσαν δυνατήν προσπάθειαν κλπ», απαιτείται μια διατύπωση, η οποία να αναφέρει, ότι οι αξίες και οι αρχές της δεν θα πρέπει απλώς να διακηρύσσωνται, αλλά και να αποκτήσουν διεθνή νομική κατωχύρωση υπό την μορφήν «Οικουμενικής Διακήρυξης Ανθρωπίνων Ευθυνών». Σε ένα ιεραποστολικό κείμενο μια τέτοια αναφορά στην αναγκαιότητα προώθησης νομικά κατοχυρωμένης διεθνώς «Οικουμενικής Διακήρυξης Ανθρωπίνων Ευθυνών», παράλληλα με τα ανθρώπινα δικαιώματα, θα είναι μοναδική στην παγκόσμια ιεραποστολή.

7. Στο κεφάλαιο για την «ανθρώπινη αξιοπρέπεια» δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά στις γυναίκες και την διακονία τους στην κοινωνία και την εκκλησία. Θα ήταν πραγματικά ελλιπές ένα σύγχρονο κείμενο αναφερόμενο στην αποστολή και μαρτυρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εάν απέφευγε να επαναβεβαιώσει με σαφήνεια την θέση της για την αξιοπρέπεια των γυναικών, με δεδομένη μάλιστα την μοναδικότητα στην παράδοσή της του θεσμού των διακονισσών, ο οποίος έχει κανονική οικουμενικώς επιβεβαιωμένη ισχύ, η οποία ουδέποτε καταργήθηκε από μεταγενέστερη οικουμενική σύνοδο. Καλό θα είναι, ως εκ τούτου, η αναφορά στην «περιφρούρησιν τῆς ἀξίας καί τοῦ μεγαλείου τοῦ ἀνθρώπου», να συμπληρωθεί ως εξής: «ιδιαιτέρως μάλιστα των γυναικών, τας οποίας η πατερική και λειτουργική της παράδοσις δια του θεσμού των διακονισσών τοσούτον εξύψωσεν, ώστε καθιέρωσε την συμμετοχήν των εις την μυστηριακήν διακονίαν, δια κανονικών οικουμενικών αποφάσεων αι οποίαι ουδέποτε κατηργήθησαν».
     Συνιστάται, επίσης, στην αγγλική μετάφραση, και ενδεχομένως και σε άλλες μεταφράσεις του αρχικού ελληνικού κειμένου, ο περιεκτικός όρος «άνθρωπος» να αποδίδεται περιεκτικά (άνδρας και γυναίκα) ή να προτιμάται το τρίτο πληθυντικό αντί του ενικού αρσενικού γένους. Π.χ. στο κεφ. 6 παρ. 11, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι σήμερα η πλειονότητα των επιστημόνων εργαστηρίου είναι γυναίκες, είναι ταπεινωτικό για αυτές να αναφέρεται το κείμενο μόνο στους άνδρες επιστήμονες. Άς σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι η χρήση της ανθρωπολογικής περιεκτικής γλώσσας δεν παραβιάζει τη απόρριψη από Ορθοδόξους της περιεκτικής γλώσσας αναφορικά προς την θεότητα.

8. Αν και το κείμενο υπαινίσσεται τη σχέση μεταξύ οικονομίας και οικολογίας, δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη θεολογική ή επιστημολογική επιχειρηματολογία. Μία διακήρυξη περί της αποστολής της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν μπορεί να αγνοεί ότι οι διάφορες πτυχές των κλιματικών, οικολογικών, οικονομικών κρίσεων, καθώς και οι κρίσεις χρέους, είναι αλληλένδετες και αλληλοτροφοδοτούμενες, με αποτέλεσμα σε πολλά μέρη του κόσμου να εμφανίζεται τόση ανθρώπινη δυστυχία, που θέτει σε κίνδυνο ακόμα και την επιβίωση των ανθρώπων. Είναι επιβεβλημένη ως εκ τούτου κάποια αναφορά στις συνέπειες της πλήρους απελευθέρωσης της αγοράς, της απορρύθμισης και της ανεξέλεγκτης ιδιωτικοποίησης αγαθών και υπηρεσιών, που εκμεταλλεύονται το σύνολο της κτιστής δημιουργίας, με αποτέλεσμα την αποδιάρθρωση των κοινωνικών προγραμμάτων και υπηρεσιών, αλλά και το άνοιγμα των οικονομιών πέραν των συνόρων με στόχο την ανεξέλεγκτη αύξηση της παραγωγήςις βάρος της ακεραιότητας της κτιστής δημιουργίας του Θεού.

9. Στην παρ. 3 του κεφ. 6 περί τηε «αποστολής της Εκκλησίας ως μαρτυρίας αγάπης εν διακονία», ο κείμενο θα ενισχύσει σημαντικά την αξιοπιστία του εάν σημαντικοί βιβλικοί θεσμοί, όπως το πρόγραμμα της λογείας του Αποστόλου Παύλου, και ίσως και άλλες παλαιοδιαθηκικές διατάξεις, αναφέρονταν ως η βιβλική της θεολογική θεμελίωση. Καλό θα ήταν, ως εκ τούτου, να γινεται αναφορά στο παράδειγμα της αρχαίας Εκκλησίας, ως εξής: «Καθοδηγούμενη υπό του παραδείγματος της αρχαίας Εκκλησίας, εις την οποίαν ίσχυε η κοινοκτημοσύνη και οι πιστοί «εἶχον ἅπαντα κοινά, καὶ τὰ κτήματα καὶ τὰς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον καὶ διεμέριζον αὐτὰ πᾶσι καθότι ἄν τις χρείαν εἶχε» (Πράξ. 2,44-45, βλ. επίσης 5,1εξ), ή των διατάξεων της Π.Δ. περί παραγραφής των χρεών εις τους θεσμούς του σαββατιαίου και ιωβηλαίου έτους, ιδιαιτέρως δε του παυλείου προγράμματος της λογείας, υπέρτατος στόχος της οποίας ήτο «ὅπως γένηται ἰσότης, Β΄ Κορ. 8,14), η Εκκλησία πάντοτε εφρόντιζε για την ισοκατανομήν και την κοινωνίαν των υλικών αγαθών».

10. Υπάρχουν ορισμένες διατυπώσεις στο κείμενο, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν εύλογες παρεξηγήσεις. Εδώ και αρκετό καιρό π.χ. η Ορθόδοξη Εκκλησία δεχόταν ήπιες επιθέσεις σε όλα τα ιεραποστολικά fora για κάποιον υποτιθέμενο συμβιβασμό στην αδιαπραγμάτευτη ηθική αρχή, αλλά και θεμελιακή Κυριακή επιταγή, περί ειρήνης. Σε μερικές, μάλιστα, σπάνιες περιπτώσεις υπήρξε ανοιχτή μομφή για περιστασιακές ευλογίες όπλων. Για τον λόγο αυτό, το τελικό κείμενο στην παρ. 2 του κεφ. 4 (Η ειρήνη και η αποστροφή του πολέμου)  δεν θα πρέπει να δώσει αφορμή και καμία δικαιολογία να κατηγορηθεί η Ορθόδοξη Εκκλησία, ότι σχετικοποιεί την χωρις περιορισμούς ειρηνική της στάση. Προτείνεται, λοιπόν, η επαναδιατύπωση της σχετικής αναφοράς ως εξής: «Εἰς περίπτωσιν κατά τήν ὁποίαν ὁ πόλεμος καταστῇ ἀναπόφευκτος, ἡ Ἐκκλησία συνεχίζει προσευχομένη καί μεριμνῶσα ποιμαντικῶς διά τά τέκνα αὐτῆς καί διά τήν ὑπεράσπισιν τῆς ζωῆς καί τῆς ἐλευθερίας αὐτῶν, καταβάλλουσα πᾶσαν προσπάθειαν διά τήν ταχυτέραν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης καί τῆς ἐλευθερίας», διαγράγοντας δηλαδή, μόνον την δευτερεύουσα πρόταση: «τά ὁποῖα ἐμπλέκονται εἰς τάς πολεμικάς συγκρούσεις», χωρίς να αλλοιώνεται η βασική επιχειρηματολογία της προτάσεως. 
     Επίσης, στην παρ. 3 του κεφ. 4, όπου καταδικάζονται οι, εμπνεόμενοι από εθνικιστικά κίνητρα πόλεμοι, ο κατάλογος για τις συνέπειες δεν είναι πλήρης χωρίς αναφορά και στην «γενοκτονία» (πριν από την εθνοκάθαρση). Η παράλειψη της γενοκτονίας μπορεί να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα, από ό,τι η συμπερίληψή της.
     Τέλος, στην παρ. 11 του κεφ. 6, η αναφορά στην υποχρέωση των επιστημόνων να σταματούν την έρευνά τους, όταν παραβιάζονται βασικές χριστιανικές και πανανθρώπινες αρχές, είναι δυνατόν να φέρουν άμεσα στη μνήμη την μεσαιωνική περίπτωση του Galileo Galilei. Καλό θα είναι, ως εκ τούτου, να επαναδιατυπωθεί η όλη πρόταση ως εξής: «ὁ ἐπιστήμων εἶναι μέν ἐλεύθερος νά ἐρευνᾷ, ἀλλά καί ὅτι ὀφείλει να μή παραβιάζει βασικάς χριστιανικάς καί ἀνθρωπιστικάς ἀρχάς». Επίσης, στην παρ. 14 η διατύπωση «θεολογικῆς θεμελιώσεως εἰς χριστιανικάς τινάς κοινότητας, μορφῶν συμβιώσεως»,  δίνει την εντύπωση ότι υπάρχουν Ορθόδοξοι θεολόγοι, που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Είναι προτιμότερη, ως εκ τούτου, η παράλειψη της λέξεως «θεολογικῆς». Αλλά πιο σημαντικη και απαραίτητη, προς αποφυγή παρερμηνειών, είναι η ακόλουθη προσθήκη στο τέλος της ίδιας παραγράφου: «Βεβαίως, η Εκκλησία είναι ανοικτή προς πάντας χωρίς διακρίσεις, κατά το παράδειγμα του Χριστού, όστις εξύψωσε τον τελώνην υπέρ τον Φαρισαίον (Λουκ. 18, 10-14), βεβαιών «ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Mατθ. 21,31). Σέβεται το ανθρώπινον πρόσωπον με τας αδυναμίας του και καλεί τους πάντας εις το θείον έλεος, το μεταμορφούν, αγιάζον και απελευθερούν από τον ζυγόν της αμαρτίας». 

11. Το κείμενο ορθώς εντοπίζει τις αιτίες του κακού στον κόσμο μας. Η αμαρτία προσδιορίζεται επιτυχώς ως η πραγματική αιτία του πολέμου, οοποίος αναγνωρίζεται ως σύμπτωμα της. Ωστόσο, αυτό το είδος ερμηνευτικής θα πρέπει επίσης να ακολουθείται και σε άλλες περιπτώσεις, όπως η φτώχεια, ή η σχέση μεταξύ οικονομίας και οικολογίας. Σε αντίθετη περίπτωση, θα δώσει την εντύπωση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία χαρακτηρίζεται από μία αποκλειστικά εσωστρεφή και ουδόλως καθολική και ολιστική πνευματικότητα.

12. Μία Ορθόδοξη ιεραποστολική διακήρυξη, για να είναι συνεπής προς την μακραίωνη θεολογική της παράδοση, οφείλει να κάνει χρήση τριών σημαντικών Ορθοδόξων θεολογικών χαρακτηριστικών, που ελάχιστα παρουσιάζονται: του Αγίου Πνεύματος, της αγάπης, της λειτουργίας. Προτείνεται, ως εκ τούτου, να γίνει μία προσθήκη υπογραμμίζοντας αυτά τα χαρακτηριστικά στην παρ. 13 του κεφ. 6. Επίσης, Also, μία τουλάχιστον αυτοκριτική αναφορά, με δεδομένη μάλιστα την ύψιστη αρετή της ταπείνωσης. Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός αποτελεί αρνητικό φαινόμενο που έχει αμαυρώσει την εικόνα και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Παρότι σε ακραίες μορφές του εμφανίζεται εκτός των κανονικών της ορίων, παρατηρείται εμφανώς και εντός αυτής, μετατρέποντας τον χαρακτήρα της πίστεως και της αγάπης σε ιδεολογία μίσους. Όταν μάλιστα εκδηλώνεται μεταξύ χριστιανών, αλλοιώνει την έννοια της εις Χριστόν μαθητείας, με εκδηλώσεις αναντίστοιχες προς Εκείνον, ο οποίος έδινε άφεση στους εχθρούς Του και ήταν ανοιτός προς πάντας. Μία τέτοια σημείωση θα πρέπει οπωσδήπωτε να προστεθεί στην παρ. 2 του κεφ. 2 (Ελευθερία και ευθύνη). 

HOLY AND GREAT SYNOD OF THE ORTHODOX CHURCH - SOME COMMENTS BY ORTHODOX MISSIOLOGISTS

Some comments by Orthodox missiologists on “The Mission of the Orthodox Church in Today’s World” document  



Addressed to all Orthodox Autocephalous Churches 

Your All-Holiness, 
Your Beatitudes, 
Your Eminences, 
An all other representatives of the Holy Orthodox Autocephalous Churches, participating in the Holy and Great Synod of the Orthodox Church   

As faithful members of our Holy Orthodox Church, a group of professional missiologists who, in the past generation, have passionately devoted our academic service to the Orthodox understanding of mission, we humbly submit our thoughts and recommendations to all our autocephalous Churches, encouraged by the decision of the 2016 Synaxis of the Primates to open the conciliar process and all the agreed documents for discussion and final adoption by the Holy and Great Synod of the Orthodox Church public. 

We are extremely grateful for this opportunity, which enhances our Church’s conciliarity on the occasion of the first convocation after so many centuries of a truly Panorthodox Synod.  

Without denying the importance of all the other agreed documents the one on mission – which, we presume, the Synaxis of the Primates in Geneva purposely put at the top of the list of all documents submitted to the Synod – is of utmost and extraordinary significance. Not only because the Church exists for the world, and not for herself, but also because it comes at a time that the entire world, regardless of religious or even non-religious affiliation, has enthusiastically accepted two similar mission statements: the famous Apostolic Exhortation of Pope Francis “Evangelii Gaudium” (2013), and almost simultaneously the new Mission Statement of World Mission: “Together towards Life: Mission and Evangelism in Changing Landscapes”.  

Therefore, we considered it our imperative duty to contribute our small scholarly ability, so that the analogous Orthodox statement, the first ever to be proclaimed urbi et orbi by all Orthodox Churches with one voice, could be as humanly perfect as possible. Being aware of the late stage of the conciliar process, we decided to limit our recommendations only to a few absolutely necessary points. Apropos, we endorse all the comments of the group of scholars on mission, education, and media, which met in Constantinople earlier this year on the invitation of H.A.H. the Ecumenical Patriarch Bartholomew. In this letter we make concrete proposals by providing at the beginning as a preamble the theological resonance and then indicating the exact place of the possible changes/additions in both the official original Greek text as well as in an existing unofficial English version. 

With all due respect, it is humbly submitted by  

H.G. Bishop of Kisumu, West Kenya Dr. Athanasios AKUNDA  
Very Rev. Dr. Anastasios Elekiah KIHALI  
Rev. Dr. Gregory EDWARDS 
Rev. Dr. George LIACOPOULOS 
Rev. Dr. Kosmas (John) NGIGE NJOROGE  
Dr. Evanthia ADAMTZILOGLOU  
Prof. Emeritus Dr. Ivan DIMITROV  
Dr. Nikolaos DIMITRIADIS 
Dr. Rastko JOVIC  
Dr. Eleni KASSELOURI  
Dr. Dimitrios KERAMIDAS  
Dr. Theodosios KYRIAKIDIS 
Dr. Athanasios PAPATHANASIOU  
Dr. Nikolaos TSIREVELOS 
Prof. Emeritus Dr. Petros VASSILIADIS  
Dr. Evi VOULGARAKI



Preamble


  
     The agreed document on “The Mission of the Orthodox Church in Today’s World”, although it is a great step forward with extraordinary significance, gives the impression of regrettably ignoring all the major achievements in contemporary world mission by renowned Orthodox theologians. 

1. Our first remark of paramount importance for an “Orthodox Mission Statement” is the lack of affirmation of the Church’s missional and witnessing responsibility, starting with the biblical foundation of this dimension of her ecclesial identity. This was probably due to the assignment to revise a document that only dealt with specific aspects of the Church’s witness (The Contribution of the Orthodox Church etc). Now that the document covers the entire mission of the Church, a complete lack of reference to it will exacerbate the impression that the Orthodox relegate their mission to a second class option and not their primary imperative. 

2. Also of paramount importance is the neglect of the Orthodox theological achievements in mission. Whereas almost all missionaries and missiologists around the globe speak about mission using the “martyria/witness” terminology, much more holistic in outlook than the oldfashioned - and overloaded with aggressive and sometimes proselytistic attitudes – “mission”, introduced mainly and strongly promoted by Orthodox (most notably by the Archbishop of Albania Anastasios, and the late Fr. Ion Bria, to name just two from different Orthodox ecclesiastical jurisdictions), the document’s very title completely ignores it. Not to mention of course that the the term “mission”, in addition to all negative connotations, also gives nowadays the impression of an arrogant attitude, whereas “witness” fits better with the humble ethos of Orthodoxy. As a result of the preference of the mission (instead of witness) terminology the original title of ch. 6 (in the 1986 pre-revised version), starting with “Prophetic Witness”, has been regrettably replaced in the agreed document by “Mission…”!   
      It would be a real contribution to world mission, if the overall title of the document is changed to: “The Witness of the Orthodox Church in Today’s World”, and the subtitle of Ch. 6 to: “The Prophetic Mission of the Orthodox Church as a Witness of Love in Ministry”. Note that the term “prophetic witness” does occur in par. 9 of that chapter. 

3. Along the same lines, it is absolutely imperative for an Orthodox declaration on mission to officially refer to, or even develop, the “liturgy after the liturgy” terminology. Like the “witness” terminology, it is a highly spiritual terminology, introduced by Orthodox (originally by Archbishop Anastasios and widely publicized and almost imposed on international missiological parlance by all Orthodox missiologists). Its use is also justified by the reference in the last paragraph of the document’s preamble to “the accumulated experience and the teaching of her (sc. of the Orthodox Church’s)… liturgical …. Tradition”. It would, therefore, be advisable for this afore-mentioned clause to be reformulated as follows: “…the Orthodox Church in her ‘liturgy after the liturgy’ shares the concerns… etc”. 

4. Finally, whereas the main theological foundation of the inter-faith dialogue in world mission was first provided by an Orthodox, the Antiochian Metropolitan of Mount Lebanon Georges Khodr, on the basis of the “economy of the Holy Spirit” (side by side with the “economy of the Word”), no theological reason is given, or even hinted at, in Ch. 1, instead simply stating: “The Orthodox Churches are called upon to help in the religious dialogue and cooperation”. It would, therefore, be more theologically sound if the relevant sentence read as follows: “The Orthodox Churches, deeply rooted in their unique theological tradition about the ‘economy of the Holy Spirit’, are called upon to take part in inter-faith dialogue and co-operation”. Note here that “religious” or “inter-religious” dialogue is a purely secular inter-disciplinary scholarly endeavor, and in addition can indirectly give the impression of unwanted syncretism, whereas “inter-faith” dialogue is a missiological term, referring to a compassionate encounter with people of faith of other living religions, based among others on Jesus Christ’s encounter and discussion with the Samaritan woman

5. Unlike the traditional ecumenical and general canonical provisions that base all their canonical formulations on dominical (or in their absence Pauline or other biblical) sayings, the document’s theological documentation in some places is lacking the proper biblical references. There is, in particular, a lack of accurate biblical documentation of the relationship between peace and justice, although there are plenty of biblical sayings, so widely used in patristic writings (e.g. «δικαιοσύνη καί εἰρήνη κατεφίλησαν», Ps 84/85:10, «καί ἔσται τά ἔργα δικαιοσύνης εἰρήνη, καί κρατήσει ἡ δικαιοσύνη..», Is 32:17, «γενέσθω δή εἰρήνη καί δικαιοσύνη», Is 39:8 etc.). In some cases the first documentations are given by later patristic writings. In ch. 2 (Freedom and Responsibility) par 1, although there is the Pauline “for freedom Christ has set us free” (Gal 5:1), the document jumps to St. Gregory the Theologian’s Homily 14, On Love for the Poor. Similarly, in ch. 3 (Peace and Justice) par.2, all the above O.T. foundational quotations for the relationship between peace and justice are ignored, and its theological foundation starts with… Clement of Alexandria. The inadequate O.T. quotations may give the impression of a deliberate deletion of the term “Prophetic” from the original title of ch. 6 (see above 2). 
      It seems much better that chapter 2 starts as follows: “ ‘For freedom Christ has set us free’ (Gal 5:1). One of the loftiest…”; and chapter 3 as follows: “The Orthodox Church has since time immemorial recognized and proclaimed that peace and justice occupy a central place in the life of peoples. Christ’s revelation is characterized by both the Prophets (Νa 2:1) and St. Paul (Eph 6:15), as the gospel of peace, and the expected Messiah as the prince of peace (Is 9:5. Za 9:9f), for Christ...”. 

6. The relationship between human rights and human responsibilities, something that all Orthodox, especially the Russians, have argued for in ecumenical fora, is one of the strongest points of the document. All we recommend here is to consider its improvement.  The failure of modernity in justice, peace, the integrity of creation, and the world economy, is to a certain extent the result of individualism, and the ensuing absolute, unconditioned, uncontrolled freedom of the individual in all aspects of life (sexual freedom, legally protected freedom in accumulating wealth, etc.), heralded as the new faith after the Enlightenment. 
     Therefore, as it is rightly argued in the document, “freedom without responsibility and love leads eventually to the loss of freedom”. In addition, the most tangible aspect of this loss of freedom has to do with the widely revered in Western culture Universal Declaration of Human Rights. It has become more and more clear that human rights are awfully ineffective, if they are not accompanied by “human responsibilities”. However, in addition to the affirmation that “the Orthodox Church believes that her values and principles form part of a common world ethic” must be accompanied by “need not only be publicly declared, they also require an international legal endorsement; they should be more effectively integrated into the work of the UN”. A clause in a mission document on the necessity to widely promote a legally established “Universal Declaration of Human Responsibilities”, along with human rights, will be unique in world mission. 

7. In the chapter on human dignity no reference at all is made to women and their ministry, nor to the traditional and canonical institution of deaconesses. It will be a completely ineffective contemporary declaration on mission by the Orthodox Church, if it fails to reaffirm the dignity of women, given the Church’s unique tradition of allowing their access even to the sacramental diaconal priesthood, in the still canonically valid institution of deaconesses. It is advisable, therefore, the sentence: “The teaching of the Church is the source of all Christian striving to preserve the dignity and majesty of the human person” to be followed by “especially of women, so highly dignified in the patristic and liturgical tradition, that they were welcomed to the sacramental diaconal ministry as deaconesses, canonically testified and never annulled in times when a clear separation of duties and commissions of the different sexes permeated social reality throughout.”. 
     It is also recommended that in the English - and possibly other - translations of the document, everywhere the inclusive Greek original “anthropos” is used, “man and woman” should be preferred, or in general the plural instead of the masculine singular (e.g. in ch. 6 par. 11). In view of the fact that nowadays the majority of laboratory scientists are women, it is humiliating for them to refer only to male scientists. Note here, that the recommendation of anthropological inclusiveness does not violate the overall rejection by some Orthodox of inclusive language with regard to the deity. 

8. Although the general idea of the connection between economy and ecology is alluded to in the document, no specific theological and epistemological argumentation is given. An Orthodox mission declaration cannot ignore that various aspects of the climate, ecological, financial, and debt crises are mutually dependent and reinforce each other, causing in many places of the world so much suffering of people, endangering even their survival. Far-reaching market liberalization, deregulation, and unrestrained privatisation of goods and services are exploiting the whole Creation and dismantling social programs and services and opening up economies across borders to seemingly limitless growth of production.  

9. The document will greatly enhance its credibility, in dealing with the charitable diaconia, if important biblical institutions, like the collection project of St. Paul, and perhaps other O.T. provisions, are mentioned as a biblical theological foundation. It is advisable, therefore, in ch. 6 par. 3 to include the example of the Early Church as follows: “Guided by the example of the Early Church, where a voluntary poverty was exercised and the material goods, property, and possessions, were sold and the proceeds distributed among all (Acts 2:44ff; 5:1ff), or the O.T. provision of cancelation of debts during the Sabbatical and the Jubilee year, and especially by St. Paul’s collection project, the ultimate goal of which was “equality” (ὅπως γένηται ἰσότης, 2 Cor 8:14), our Church has always struggled for equal distribution and permanent sharing of material wealth”. 

10. There are a few cases, where misunderstanding can arise. For example, during the past generations the Orthodox Church was under mild attack in all missiological fora for an alleged compromise of the foundational ethical principle of, and dominical demand for, peace. In some rare cases she was even openly accused of occasionally blessing of weapons. In order that the document not give the false impression of relativizing our Church’s unconditional peaceful stance, the sentence in par. 2 of ch. 4. (Peace and the Aversion of War): “the Church continues to pray and exercise her pastoral care for her children who take part in military maneuvers to defend their life and freedom” can be easily rephrased to “the Church continues to pray and exercise her pastoral care for her children who defend their life and freedom” (just deleting in other words “who take part in military maneuvers”), without altering its basic argument. Also in the last sentence of par. 3 of ch. 4, the list of consequences from wars inspired by nationalistic motives is incomplete without reference to “genocide”, just before “ethnic cleansing”. Its omission may create more problems than its inclusion. Finally, in ch. 6 par. 11, the reference to the duty of scientists to stop their research when basic Christian and humane principles are violated, will be immediately correlated with the medieval Galileo Galilei case. It is advisable, therefore, to rephrase the whole sentence as follows: “She proposes that scientists are not only endowed with the freedom to research, but also with the duty not to violate basic Christian and humane principles.” And in par. 14 the clause: “theologically justify in some Christian communities forms of human cohabitation”, may give the impression that there are Orthodox theologians who do so. It is preferable, therefore to omit “theologically”. 
     But most importantly, an addition at the end of the same paragraph is necessary. An affirmation that the Church is open to all people without discrimination, as Christ met with all and even exalted the tax collector above the Pharisee (Lk. 18: 10-14), and the tax collectors and prostitutes as leading the way to heaven (Mt. 21:31). The Church respects the human person, accepting it as it is in the first place, and calling all people to meet divine compassion (θείον έλεος), whιch is all transforming, all sanctifying, all liberating and releasing all from the burden of sin. 

11. The document rightly identifies the causes of the evil situations in our world. Sin is perfectly explained as the real cause of war, identified as its symptom. However, this kind of hermeneutic should be also followed in other cases, like poverty, or the connection between economy and ecology.  Otherwise, it will give the impression of Orthodoxy expressing an esoteric and not holistic spirituality. 

12. An Orthodox mission document, to be consistent with its longstanding tradition, should also clearly manifest three important Orthodox theological characteristics, very rarely met in the document: Holy Spirit, love, celebration. It is advisable, therefore, that an addition be made in ch. 6 par. 13. Also, in view of the Orthodox tradition of humility, some self-critical remarks are absolutely necessary. Religious fundamentalism is one negative phenomenon facing today our Church. And although it takes extreme forms outside Orthodoxy, is omnipresent also within it, distorting the character of faith and love into a hateful ideology. When met among Christians, it is a sad misunderstanding of Christ’s discipleship, quite unharmonious with Him who forgave His enemies and was open to all. One place in which this remark can be added is in ch. 2 (Freedom and Responsibility) par. 2.   

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Ο ΒΟΥΔΔΙΣΜΟΣ


"Ο όρος Βουδδισμός -ο οποίος, σημειωτέον, καθορίσθηκε από ευρωπαίους μελετητές-, προσδιορίζει ένα ευρύτερο φάσμα θρησκευτικών πεποιθήσεων, φιλοσοφικών αρχών, εθίμων, θεσμών και ηθικών κανόνων, που αποδίδονται στον Βούδδα (Buddha), και συμπυκνώνει σε μια ενότητα τη θρησκευτική ανέλιξη που ακολούθησε στο πέρασμα των αιώνων, καθώς το βουδδιστικό κήρυγμα αφομοιωνόταν από διάφορους ασιατικούς λαούς. 

Πρόκειται για πολύμορφη θρησκευτική παράδοση, της οποίας ο πυρήνας πρωτοεμφανίσθηκε πριν από 2500 χρόνια στη Β.Α. Ινδία. Οι ίδιοι οι Βουδδιστές ονομάζουν το θρησκευτικό-φιλοσοφικό σύστημα, το οποίο ακολολουθούν, 'Μπούντα-βατσάνα' (Buddha-vacana), δηλαδή λόγο του Βούδδα, ή 'Μπούντα-σάσανα' (Buddha-sasana), μήνυμα, σύστημα του Βούδδα, και κυρίως 'ντάρμα' (dharma, σανσκριτικά) ή 'ντάμμα' (dhamma, στη γλώσσα πάλι), Που σημαίνει διδασκαλία, απόλυτος νόμος, υπέρτατο και αιώνιο πρότυπο ζωής και κατ' επέκταση θρησκεία.


Στον Βουδδισμό διακρίνονται διάφορες κατευθύνσεις, οι κυριότερες από τις οποίες είναι:
α) Ο Τεραβάντα (Theravada), όπως ονομάζεται από τους οπαδούς του διότι μένει πιστός στην αρχική βουδδιστική διδασκαλία (thera-vada: διδασκαλία των πρεσβυτέρων) ή Χιναγιάνα, (Hinayana: 'Μικρό όχημα'), όπως αποκαλείται από τους οπαδούς άλλων κατευθύνσεων.

β) Ο Μαχαγιάνα (Mahayana:'Μεγάλο όχημα'), όπως αποκαλείται από τους πιστούς στον βουδδιστικό αυτό κλάδο για να τονισθεί ο ευρύτερος και ανώτερος χαρακτήρας της διδασκαλίας του.


γ) Ο Βατζραγιάνα (Vajrayana: 'διαμαντένιο όχημα') ή Μαντραγιάνα (Mantrayana: ΄όχημα των ιερών ήχων'), που είναι επίσης γνωστός ως Μυστικός, Εσωτερικός ή Ταντρικός Βουδδισμός. 


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Αναστασίου (Γιαννουλάτου) Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Ίχνη από την αναζήτηση του Υπερβατικού. Συλλογή θρησκειολογικών μελετημάτων, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004, σελ. 195-196.


Για να δείτε την παρουσίαση της δ.ε. 35 του Μαθήματος των Θρησκευτικών της Β΄ Λυκείου πατήστε ΕΔΩ








Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΙΕΡΟΣΥΝΗΣ

Κληρικολαϊκή Συνέλευση στην Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας
"Λαός και κλήρος διακρίνονται ως μέλη, ως διαφορετικές χαρισματικές λειτουργίες, και όχι ως ανώτερα εξουσιαστικά όργανα και υποτελείς. Κατά την έκφραση του Κυρίλλου Αλεξανδρείας το όλο σώμα της Εκκλησίας είναι ένα 'δια συνόδου και συνδρομής των δύο λαών'. Η διαφοροποίηση επομένως μεταξύ λαού και κλήρου αναφέρεται μόνο στις χαρισματικές λειτουργίες, και όχι σε μια ριζικά ανόμοια σύνθεση της ολότητας και της ενότητας του σώματος. Χαρίσματα κορυφαία, όπως είναι η ειδική ιερωσύνη, υπάρχουν΄ 'ομως αυτά τα χαρίσματα δεν είναι κυριαρχικά και εξουσιαστικά, αλλά κατεξοχήν λειτουργικά του πληρώματος κεφαλής και σώματος. Δυο λαοί λοιπόν οι εθνικοί και οι ιουδαίοι κάνουν ένα σώμα, της κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος (σελ. 417).

Επίσκοπος
Εξάλλου ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε μια μεστή και άκρως ενδιαφέρουσα περιγραφή της σύναξης παρουσιάζει τούτο το ενιαίο σώμα στο μυστηριακό, κοινωνικό και διοικητικό του υπόβαθρο. Τούτη η ενότητα είναι δύναμη προς τα έξω΄ απορρέει κατευθείαν από τη σύναξη και τις λειτουργίες της, από τη 'σύνοδο του λαού'. Μια τέτοια σύναξη κάνει θαύματα και γράφει την ιστορία της Εκκλησίας σε σχέση προς τις δυνάμεις του κόσμου. Ο λαός δίνει την ψήφο του, για τους χαρισματικούς ηγέτες του, τους ιερείς, γι' αυτό και ο επίσκοπος, που τους χειροτονεί, επικαλείται τις ευχές όλων. Η τεχνική επικύρωση πηγάζει από τον ίδιο το λαό. Έτσι οι 'αρχόμενοι' δεν διαφέρουν από τους ιερείς΄ την ίδια συμμετοχή έχουν αρχόμενοι και ιερείς στα μυστήρια, και μάλιστα όλοι μαζί εύχονται για την πραγμάτωση του μυστηρίου της Ευχαριστίας και τελικά σ' όλους μπροστά προσφέτεται 'εν σώμα και ποτήριον εν'. Οι αρχόμενοι, δηλαδή ο λαός, πρέπει να μάθουν ότι όλοι είναι ένα σώμα, και πως η διαφορά στο κοινό τούτο σώμα είναι διαφορά μελών σε σχέση προς άλλα μέλη (σελ. 417-8).

Πρεσβύτερος με το οφφίκιο του αρχιμανδρίτη
Επομένως το σώμα Χριστού είναι σώμα λαού, σύναξη με χαρισματικές λειτουργίες. Μια τέτοια εικόνα αποδίδει πλήρως τη βιβλική και πατερική διδασκαλία για την προέλευση και τον προορισμό της Εκκλησίας (σελ. 419).

Η ιερωσύνη μέσα στην Εκκλησία αποτελεί το χάρισμα της κυβέρνησης που δίνει ο Χριστός στα μέλη της κοινωνίας του. Στο σώμα λοιπόν του Χριστού, δηλαδή στην Εκκλησία, δεν υπάρχει καμία ιερατική 'κάστα' ούτε κληρονομική ιερωσύνη. Έχει σπάσει ο φραγμός ή το μεσότοιχο της μεσιτικής ιερωσύνης. Όλα τα βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας μετέχουν καταρχήν σ΄αυτή την εξουσία και τη δύναμη του Χριστού. Αυτή τη σημασία έχει το 'βασίλειον ιεράτευμα' (σελ. 490).

Διάκονος
Η ειδική ιερωσύνη του επισκόπου, του πρεσβυτέρου και του διακόνου είναι χαρισματική λειτουργία που κάνει δυνατή την αύξηση και την προκοπή του σώματος (σελ. 491). [...]

Στα τέσσερα μυστήρια, βάπτισμα, χρίσμα, Ευχαριστία και ιερωσύνη, βλέπει κανείς μια 'φυσιολογία' ενός σώματος που ζει λειτουργικά. Γέννηση, κίνηση, τροφή και κυβέρνηση ή συντονισμός κάνουν καταρχήν ένα σώμα να είναι ζωντανό, να κινείται να αυξάνεται και να έχει κυβερνητικό κέντρο (σελ. 492).


Αποσπάσματα από τη μελέτη του Νίκου Ματσούκα, Δογματική και συμβολική θεολογία Β΄, Έκθεση της ορθόδοξης πίστης σε αντιπαράθεση με τη δυτική χριστιανοσύνη, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999.

Για να δείτε την παρουσίαση της δ.ε. 26 του Μαθήματος των Θρησκευτικών της Α΄ Λυκείου πατήστε ΕΔΩ

Στη συνέχεια ακολουθούν videos με χειροτονίες στον κάθε βαθμό της ιεροσύνης.

Χειροτονία Διακόνου



Χειροτονία Πρεσβυτέρου



Χειροτονία Επισκόπου


Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΒΕΝΕΤΟΚΛΕΙΟΥ - 1ου ΛΥΚΕΙΟΥ ΡΟΔΟΥ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Στα πλαίσια της πενθήμερης εκδρομής της Γ΄ Λυκείου του Βενετοκλείου - 1ου Λυκείου καθώς και του εκπαιδευτικού-πολιτιστικού προγράμματος "Η τέχνη του θεολογείν" οι μαθητές επισκέφτηκαν τον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου, του πολιούχου Θεσσαλονίκης. Οι μαθητές ενημερώθηκαν από τον θεολόγο του σχολείου Δρ. Νικόλαο Τσιρέβελο για τον βίο του αγίου, για την ιστορία του ναού και τη σημασία του για τους Θεσσαλονικείς στο πέρασμα των αιώνων.


Στο ναό οι μαθητές είχαν τη δυνατότητα να προσκυνήσουν τα λείψανα του αγίου, να γνωρίσουν την αρχιτεκτονική του ναού, να παρατηρήσουν τις ιστορικές τοιχογραφίες και τα σπάνια ψηφιδωτά που έχουν διασωθεί από τις ποικίλες φυσικές και ανθρώπινες καταστροφές και να επισκεπτούν την κρύπτη (υπόγειο χώρο), όπου βρίσκεται ο τόπος του μαρτυρίου. Στο παρεκκλήσι του αγίου Ευθυμίου παρουσιάστηκε η σημασία και ο συμβολισμός του λειτουργικού χώρου, ο αγιογραφικός κύκλος των ορθόδοξων ναών και έγινε αναφορά στα βασικά τελούμενα της θείας Λειτουργίας.

Επιπροσθέτως, έγινε αναφορά στο ιστορικό και πολιτιστικό έργο του ναού και της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης μέχρι τις ημέρες μας. Μετά την ολοκλήρωση της ξενάγησης οι μαθητές είχαν την ευκαιρία να θέσουν ερωτήματα σχετικά με την ιστορία του ναού και να εμβαθύνουν στη σπουδαιότητά του για τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης.




Στη συνέχεια οι μαθητές επισκέφτηκαν το ιστορικό κέντρο της πόλεως, περιδιαβαίνοντας στους δρόμους που οδηγούν στην αρχαία αγορά, τη Ροτόντα, το παλάτι του Γαλερίου, τον Λευκό Πύργο και την Άνω Πόλη.





Τις επόμενες μέρες της παραμονής τους στη Βόρεια Ελλάδα ξεναγήθηκαν στα πολιτιστικά μνημεία της Κεντρικής Μακεδονίας και ειδικότερα στη νεκρόπολη και τους Βασιλικούς Τάφους των Αιγών - Βεργίνας, στο πάρκο του Αγίου Νικολάου στη Νάουσα και στο φυσικό μνημείο των καταρρακτών της Έδεσσας. Η εκδρομή πραγματοποιήθηκε από τις 27 Νοεμβρίου μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 2015.




Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

ΣΕΙΡΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΣ



Στα πλαίσια της λειτουργικής επιμόρφωσης του ποιμνίου της, η Ιερά Μητρόπολις Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων με πρωτοβουλία και την επίβλεψη του σεβασμιότατου Μητροπολίτου κ.κ. Τιμοθέου, διοργανώνει σειρά σεμιναρίων λειτουργικής με εισηγητή το Δρ. Αποστολό Φώτιο, διδάκτορα Λειτουργικής και ακαδημαϊκό ερευνητή της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. στον Τομέα της Λειτουργικής και της Θείας Λατρείας.

Η έναρξη των Σεμιναρίων ορίστηκε για την Τρίτη 15 Μαρτίου, 6.30 μ.μ., στο χώρο του Μητροπολιτικού Ι. Ναού Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Καρδίτσης.

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Ο ΙΝΔΟΥΪΣΜΟΣ


"Ο Ινδουϊσμός είναι η πολύπτυχη θρησκευτική παράδοση των Ινδών, που περικλείει σε μικρογραφία τους περίσσοτερους τύπους θρησκευτικής εμπειρίας. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε στους νεότερους χρόνους από ευρωπαίους μελετητέςς για να περιλάβει την απίθανη ποικιλία θρησκειακών μορφωμάτων, που αναπτύχθηκαν στη διαδρομή των αιώνων στην Ινδική χερσόνησο.


Οι ίδιοι οι Ινδοί ονομάζουν τη θρησκεία τους 'σανάτα-να ντάρμα' (sanatana dharma), δηλ. αιώνιο νόμο ή αιώνια θρησκευτική διδασκαλία. Αριθμητικώς είναι η τρίτη μεγάλη θρησκεία, μετά τον Χριστιανισμό και το Ισλάμ.


Παλιότερα, ορισμένοι συγγραφείς εξέταζαν ως ιδιαίτερα θρησκεύματα τον Βεδισμό, τον Βραχμανισμό και τον Ινδουϊσμό. Οι ίδιοι οι Ινδοί καθώς και οι σύγχρονοι ερευνητές προτιμούν τη διαπραγμάτευση των δυο πρώτων ως αρχικών στρωμάτων του Ινδουϊσμού. Στην ινδική θρησκευτικότητα υπάρχει αδιάκοπη αναζήτηση και συνεχής ανέλιξη. Οι Ινδοί θεωρούν τη θρησκεία τους αιώνια και πιστεύουν ότι οι ρίζες της βυθίζονται στην αρχή του κόσμου.

Ο Ινδουϊσμός είναι το αποτέλεσμα διαδικασιών που κράτησαν χιλιάδες χρόνια και αποτελείται από αλλεπάληλα θρησκευτικό-πνευματικά στρώματα. Συχνά, τα πρώτα σπέρματα βασικών ινδουϊστικών ιδεών εμφανίζονται σε μια αρχαιότερη περίοδο, αλλά η ουσιαστική ανάπτυξη και καρποφορία συντελείται σε μια επόμενη ή μεθεπόμενη φάση. Δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία στον καθορισμό των επί μέρους περιόδων αναπτύξεως του Ινδουϊσμού. Σημαντικές παραλλαγές παρατηρούνται ως προς τον προσδιορισμό τους και τα χρονικά όρια τους" (σελ. 145-146).



"Ο Ινδουϊσμός δεν έχει κοινό πιστεύω. Είναι κατεξοχήν ελαστικός. Χωρίς δυσκολία υιοθετεί και αφομοιώνει νέες αντιλήψεις. Ένας Ινδουϊστής μπορεί να λατρεύει ένα θεό ή πολλούς, να λατρεύει κάποιον άνθρωπο σαν θεό ή να μην τιμά κανένα θεό. Οι θρησκευτικές δοξασίες και αντιλήψεις των Ινδών παρουσιάζονται εξαιρετικά δαιδαλώδεις και οι διάφορες απόπειρες λογικών ταξινομήσεων και αναλύσεων παραμένουν ατελείς και συμβατικές.



Πάντως, ως καθολικά χαρακτηριστικά στοιχεία των διαφόρων ινδουϊστικών ομάδων εμφανίζονται η πεποίθεση στη μετενσάρκωση, στον καθοριστικό ρόλο του 'κάρμα' (karma), και η αναγνώριση των Βεδών ως αυθεντικής αποκαλύψεως. Ο Ινδουϊσμός γενικά τονίζει την τελική ενότητα του σύμπαντος, την ενότητα του θείου, τον θεϊκό χαρακτήρα της ψυχής. Διακηρύσσει επίσης ότι η πνευματικότητα πρέπει να εκφρασθεί με ανιδιοτελή βίο και ότι πολλοί δρόμοι οδηγούν στην Υπέρτατη πραγματικότητα". (σελ. 148-149)


Αποσπάσματα από το βιβλίο του νυν Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας κ.κ. Αναστασίου, Ίχνη από την αναζήτηση του Υπερβατικού. Συλλογή θρησκειολογικών μελετημάτων, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2004. 


Για να δείτε τις δ.ε. 32-33 του Μαθήματος των Θρησκευτικών της Β΄ Λυκείου πατήστε ΕΔΩ

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

      
"Καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας η λατρεία υπήρξε ο εκφραστής και ο θεματοφύλακας της θείας αποκαλύψεως. Η λατρεία όχι μόνο εκφράζει και αναπαριστά τα σωτηριώδη γεγονότα της ζωής του Χριστού, το θάνατο, την ανάσταση την ανάληψη του στους ουρανούς, αλλά αποτελεί επίσης για τα μέλη της Εκκλησίας τη ζωντανή προσμονή της ερχόμενης Βασιλείας του Θεού.

Στη λατρεία η Εκκλησία, η οποία είναι το Σώμα του Χριστού, ζωοποιούμενη από το Άγιο Πνεύμα, ενώνει τους πιστούς ως τους υιοθετηθέντες υιούς και θυγατέρες του Θεού Πατέρα. Η λειτουργική λατρεία είναι μια πράξη της Εκκλησίας που έχει στο κέντρο της τη Θεία Ευχαριστία. Αν και το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας από τα πρώτα κιόλας χρόνια ήταν μια γιορταστική εκδήλωση κλειστή στους εκτός της Εκκλησίας, παραμένοντας και σήμερα ειδικά και μόνο για τα μέλη της Εκκλησίας η λειτουργική λατρεία ως σύνολο αποτελεί μια φανερή μορφή μαρτυρίας και ιεραποστολής" (σελ. 35).

"Ο ρόλος της ευχαριστιακής λειτουργίας είναι να μας μυήσει στη Βασιλεία του Θεού και να μας δώσει τη δυνατότητα να δοκιμάσουμε και να δούμε 'ότι χρηστός ο Κύριος' (Ψλ. 34,8 που παρατίθεται στο Α΄ Πε 2,3). Έργο της λειτουργίας είναι να μας μεταμορφώσει ως μεμονομένα άτομα σε ΄λίθους ζώντας΄ της Εκκλησίας, και απ' την άλλη ως κοινότητα σε αυθεντική εικόνα της Βασιλείας του Θεού.


Η Θεία Λειτουργία αποτελεί την ευχαριστιακή μας δοξολογία για τη δημιουργία του κόσμου αλλά και εκ μέρους της κτιστής δημιουργίας για την αποκατάσταση της εν Χριστώ. Είναι εικόνα και σύμβολο της Βασιλείας του Θεού. Είναι ο κόσμος που γίνεται Εκκλησία". (σελ. 36)

Αποσπάσματα από το βιβλίο των Ion Bria - Πέτρου Βασιλειάδη, Ορθόδοξη Χριστιανική Μαρτυρία, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1989.

"Η μαρτυρία της Εκκλησίας στον κόσμο, ιδίως κατά τη μετανεωτερική εποχή, περνάει απαραίτητα μέσα από την αυθεντική έκφραση της λατρείας της, και κατά κύριο λόγο της Ευχαριστίας. Και μια γνήσια λειτουργική αναγέννηση δεν μπορεί να αναδείξει τις ιδιότητες της Βασιλείας του Θεού, την οποία η Θεία Ευχαριστία εικονίζει. Και οι ιδιότητες αυτές, όπως -ανάμεσα σε πολλά άλλα- η πλήρης και ισότιμη συμμετοχή του λαού του Θεού στα εν τω ναώ τελούμενα μόνο μετά από μια ουσιαστική και γνήσια λειτουργική αναγέννηση μπορούν να καταστούν εμφανείς". 

Πέτρου Βασιλειάδη, Μετανεωτερικότητα και Εκκλησία. Η πρόκληση της Ορθοδοξίας, εκδ. Ακρίτας, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 117-118.

Για το σχεδιάγραμμα της δ.ε. 23 του Μαθήματος των Θρησκευτικών της Α΄ Λυκείου πατήστε ΕΔΩ