Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ ΚΑΙ Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

Ιερός Καθεδρικός Ναός Αναστάσεως του Κυρίου (Τίρανα)
Δρ. Νικολάου Γ. Τσιρέβελου,
Θεολόγου

Τα λόγια του Κυρίου «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Μτθ. 22,39) αποτελούν το χρυσό κανόνα της διδασκαλίας Του, η οποία ολοκληρώνεται με την τελευταία εντολή, πριν την Ανάληψή Του: «πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Μτθ. 28,19). Αυτές οι δύο εντολές συμπληρώνουν η μία την άλλη. Η αγάπη προς τον πλησίον είναι αυτή που ωθεί τον χριστιανό να μαρτυρεί την εν Χριστώ ζωή σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Αυτή είναι η δύναμη που κινεί την Εκκλησία και τη μεταποιεί σε «έναν ποταμό ιεραποστολής»[1],.
          Βέβαια, η ιεραποστολή δεν είναι απλή αναγγελία ορισμένων ηθικών αξιών ή μόνο φιλανθρωπική προσφορά και κοινωνικό έργο σε εξωτικούς προορισμούς. Ο σκοπός της χριστιανικής αποστολής είναι  βαθύτερος και μπορεί να εξετασθεί στους παρακάτω τρεις θεολογικούς άξονες.


1.     Η αποκάλυψη της αγάπης και της δόξας του Τριαδικού Θεού στον κόσμο


Η Αγία Τριάδα του Αντρέι Ρουμπλιώφ (15ος αι)
Ο πρώτος άξονας αναφέρεται στα χαρακτηριστικά της αποκάλυψης του Τριαδικού Θεού στον κόσμο. «Η εξέλιξις της ανθρώπινης ιστορίας, περί της οποίας μας ομιλεί η Αγία Γραφή, αρχίζει από την δόξαν του Θεού και καταλήγει εις αυτήν»[2], όπως παρατηρεί ο νυν Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Αναστάσιος. Η θεία δόξα, όμως, συνοδεύεται από τη θεία αγάπη για τον άνθρωπο και κατά συνέπεια για ολόκληρη την κτίση.
Στο βιβλίο της Γενέσεως περιγράφεται η δημιουργία του σύμπαντος κόσμου με εικόνες απόλυτης κυριαρχίας της θείας δόξας. Λίγο παρακάτω, η πτώση των πρωτοπλάστων θεωρείται ως αποστασιοποιημένη άρνηση της δόξας του Θεού. Συγχρόνως, εκφράζει τη φίλαυτη (ατομική) επιλογή του ανθρώπου με την οποία εισάγεται μία κατάσταση διάφορη της «λίαν καλώς» δημιουργίας, δηλαδή η απομάκρυνση από τον Θεό και ο θάνατος (Γεν. 3,8-20). Επομένως, η ανθρώπινη αστοχία και η διακοπή της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό εμποδίζουν τη θεωρία της δόξας του Θεού.
Οι Πατριάρχες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ
Αυτή την αστοχία έρχεται να θεραπεύσει ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος ενεργοποιεί το σχέδιο της θείας οικονομίας, για να λυτρώσει τον άνθρωπο από το κακό και το θάνατο. Έτσι, στην Παλαιά Διαθήκη οι Πατριάρχες, οι Προφήτες και ο περιούσιος λαός του Ισραήλ λαμβάνουν την αποστολή, να προετοιμάσουν τον κόσμο για τον ερχομό του Μεσσία.
Στη συνέχεια, όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου, ο Υιός και Λόγος του Θεού γίνεται τέλειος άνθρωπος, σύμφωνα με τον Όρο της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου[3]. Με το λυτρωτικό του κήρυγμα, τα σημεία (θαύματα), τα Πάθη, τη Σταύρωση και την Ανάστασή Του υπακούει στην αποστολή του Θεού Πατέρα και φανερώνει την αγάπη και τη δόξα του Τριαδικού Θεού[4].
«Στην Αρχιερατική προσευχή η δόξα του Θεού συνδέεται με την τέλεια ενότητα των πιστών “ἐν τῶ Θεῷ”»[5]. Πιο συγκεκριμένα, ο Κύριος προσεύχεται λέγοντας: «κἀγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν» (Ιω. 17,22). Στη συνέχεια, ο Χριστός αποστέλλει τους μαθητές Του στον κόσμο για να συνεχίσουν το έργο Του, ακολουθώντας τις εντολές του Θεού Πατέρα. «Καθὼς ἀπέσταλκέν με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς» (Ιω. 20,21).Πλέον, η κατά χάριν θέωση του ανθρώπου γίνεται εφικτή[6], εφόσον ο άνθρωπος έχει την εμπειρική δυνατότητα να τίκτει το Χριστό[7], λαμβάνοντας το Σταυρό του και αποδεχόμενος την αποστολή του.
Σε αυτή την πορεία ο άνθρωπος δεν είναι μόνος του. Οδηγός φωτισμού είναι το Άγιο Πνεύμα, το οποίο από την ημέρα της Πεντηκοστής κι έπειτα εργάζεται μαζί με τους ανά τους αιώνες μαθητές του Κυρίου για την ενότητα των πάντων. Η αγιοπνευματική πορεία φανερώνεται σε ένα εξελικτικό σχήμα μιας καθαγιασμένης οδού μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Έτσι, υφίσταται μία διαρκής πρόοδος και εξέλιξη, η οποία θεμελιώνεται στον θεολογικό λόγο του Αποστόλου Παύλου: «τὴν δόξαν κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν» (Β΄ Κορ. 3,18).
Το δοξολογικό αυτό περιεχόμενο αναδεικνύεται και στο τελευταίο βιβλίο του κανόνα της Αγίας Γραφής, την Αποκάλυψη. Εκεί περιγράφεται με σαφήνεια η αναδημιουργία και η μεταμόρφωση του κόσμου (Αποκ. 21,1-2). «ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα» (Αποκ. 21,5), γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος εκφράζοντας «συνθηματικά» την εν Χριστώ Ιησού αναδημιουργημένη συμπαντική πραγματικότητα. Σε αυτή την νέα κατάσταση της ακατάπαυστης ουράνιας λειτουργίας μετέχουν όλα τα έθνη (Αποκ. 21,24). Η δόξα του Θεού φωτίζει τα πάντα, ενώ και τα πάντα συνάδουν στη δοξολογία και στην αγάπη του Τρισάγιου Θεού[8].
Επομένως, η φανέρωση του Θεού στον κόσμο έχει ως αιτία την ίδια την Αγία Τριάδα. Ο Τριαδικός Θεός είναι ο Πρώτος Ιεραπόστολος[9], που από αγάπη αποκαλύπτεται διαρκώς σε όλη την ανθρώπινη ιστορία και καλεί όλους τους ανθρώπους δια της ιεραποστολής να συμμετάσχουν στην αιώνια δόξα Του.


2. Η ιεραποστολή ως πορεία μεταμόρφωσης όλης της κτίσης



          Η αποστολή της Εκκλησίας είναι ενσωματωμένη στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Τα μέλη της Εκκλησίας εργάζονται με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος για την επικράτηση της αγάπης, της συμφιλίωσης και της ενότητας των πάντων, «ἵνα ᾖ ὁ θεὸς τὰ πάντα ἐν πᾶσιν» (Α΄ Κορ. 15, 28).
          Ο Απόστολος των Εθνών, Παύλος, αποτυπώνει την πεμπτουσία της αποκάλυψης του Τριαδικού Θεού, σημαίνοντας ταυτόχρονα το κάλεσμα του «ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς ἐν αὐτῷ» (Εφ. 1,10). Ανακεφαλαίωση σημαίνει μεταμόρφωση και συμμετοχή του σύμπαντος κόσμου στη θεϊκή δόξα.      
          Ειδικότερα, η Εκκλησία ως Σώμα του Χριστού «δεν δύναται να παύση να είναι αποστολική και ευαγγελιζομένη»[10], όπως παρατηρεί ο Νίκος Νησιώτης, διότι βιώνοντας τους καρπούς του Παρακλήτου τους μεταδίδει στον πλησίον. Έτσι, καλεί κάθε άνθρωπο να συμμετάσχει στη θεϊκή δόξα και να γευθεί την αγάπη του Τριαδικού Θεού.
Με αυτό τον τρόπο, η Εκκλησία λυτρώνεται από τη μίμηση του «περιούσιου ιουδαϊκού λαού», ο οποίος αυτοπεριορίστηκε εθνικά, όπως φανερώνεται στην Παλαιά Διαθήκη. Αντίθετα, υπακούει στις εντολές του Κυρίου για τον ευαγγελισμό των εθνών και αποδέχεται την πρόσκληση για να κηρύξει την εν αγάπη ένωση των πάντων, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη. Επομένως, πρόκειται για την έναρξη της λεγόμενης «εξωτερικής ιεραποστολής». Η Χριστιανική Εκκλησία αναλαμβάνει πλέον την αποστολή της ως «νέος οικουμενικός περιούσιος λαός», όπου το πεδίο δράσης είναι όλος ο πλανήτης.
Η θεολογική αυτή θεώρηση σημαίνει ενεργοποίηση του ιεραποστολικού ζήλου, υπακοή στις ευαγγελικές παροτρύνσεις, διαρκή αγώνα για την καταλλαγή των πάντων. Σύμφωνα με τη παρατήρηση του νυν Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου, «η δοξολογία των λελυτρωμένων πρέπει να αντηχή και πέραν των ορίων της κοινότητος των και να γεμίζη το σύμπαν»[11]. Το γεγονός αυτό σημαίνει την υπέρβαση των στενών ορίων της προσωπικής ή κοινοτικής αυτάρκειας. Έτσι, ο πιστός ανάλογα με την προκοπή του είναι μέτοχος στις εξελίξεις της ανθρώπινης ιστορίας και αγωνίζεται για τη θεραπεία του κακού και τη μεταμόρφωση-ανακαίνιση όλης της κτίσης.


Άξιον αναφοράς είναι ότι η κτίση ολάκερη συμμετέχει σε όλη τη δραματική πορεία του ανθρώπου προς τον αγιασμό του, αναζητώντας το δοξασμό της στη θέα του Θεού. Ο φυσικός κόσμος επηρεάζεται ολοκληρωτικά από την κατάσταση της ανθρωπότητας. «Η ζωτική ανάγκη του ανθρώπου για μια κοινωνία αγάπης δεν περιλαμβάνει τον κόσμο ως ανθρωπότητα, αλλά και ως φύση, ως σύμπαν»[12]. Αποτελεί γεγονός αναντίρρητο ότι οι ανθρώπινες ενέργειες και πράξεις έχουν άμεση και ουσιαστική επιρροή στη φύση. Δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερο παράδειγμα από την οικολογική καταστροφή που συντελείται ήδη στον πλανήτη. Αυτή η σχέση ανθρώπου-φύσεως παρουσιάζει τη δική της πραγματική αλληλοεπιρροή. Από τη μια, η στυγνή ανθρώπινη εκμετάλλευση του φυσικού περιβάλλοντος και από την άλλη, η «εκδίκηση» του φυσικού κόσμου, είτε αυτή εννοείται με τη μείωση των πηγών και των αποθεμάτων της ενέργειας, είτε παρουσιάζεται με την εμφάνιση ποικίλων νέων αρρωστιών κ.α.
          Τελικά, στην παραπάνω σχέση  διακρίνεται η εσχατολογική θεώρηση και προοπτική του σύμπαντος.  «Μολονότι τα πάντα έχουν αποκαταλλαγή δια του αίματος του Χριστού ο κόσμος ακόμη προσδοκά και αναμένει να ελευθερωθή από τη δουλεία της φθοράς εις την “εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ” (Ρωμ. 8,21)»[13]Με άλλα λόγια, η μεταμόρφωση του κόσμου αναφέρεται στον παρόντα χρόνο, αλλά θα ολοκληρωθεί στα έσχατα[14]. Σε όλη αυτή τη χρονική περίοδο το έργο της Εκκλησίας είναι να εναρμονισθεί με την ίδια την αποστολή του Θεού και να καλέσει όλους τους ανθρώπους «εἰς τὴν αἰώνιον αὐτοῦ δόξαν ἐν Χριστῷ» (Α΄ Πετ. 5.10).


3.   Η οικουμενική διακονία



Η επιτυχία του ιεραποστολικού έργου εξαρτάται οπωσδήποτε από την πραγματοποίηση μιας συγκεκριμένης πορείας, η οποία θα οδηγήσει στη σύσταση νέων εκκλησιών ανά τον κόσμο. Τα χαρακτηριστικά αυτής της πορείας αποτελούν τον τρίτο άξονα του θέματος και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως έμμεσοι σκοποί της χριστιανικής μαρτυρίας.
          Ο πρώτος αναφέρεται στο κήρυγμα, το οποίο είναι το βασικό μέσο για τη διάδοση του Ευαγγελίου. Ο τρόπος του κηρύγματος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη γλωσσική κωδικοποίηση του χριστιανικού μηνύματος στα έθνη[15].
Έτσι, με την αναγγελία των χαρμόσυνων νέων ξεκινά η γνωριμία με το Χριστό, η οποία σταδιακά μπορεί να οδηγήσει στη ψηλάφηση και την εμπειρία των θεμελιωδών αληθειών της πίστης. Το πρωταρχικό κάλεσμα πολλές φορές στηρίζεται στον τρόπο μετάδοσης και πρόσληψης του μηνύματος. Από εκεί εξαρτάται η μετέπειτα αποδοχή της κλήσης και η ενδεχόμενη συσσωμάτωση στο μυστήριο «Χριστός».
         Ωστόσο, το έργο του κηρύγματος ακολουθεί η συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή. Η επενέργεια του Αγίου Πνεύματος είναι ο πιο καθοριστικός παράγοντας στη ζωή του χριστιανού. Έτσι, αφού ο σπόρος του λόγου πέσει σε ποικίλα εδάφη και καρποφορήσει, τότε ακολουθεί η συσσωμάτωση των πιστών σε μυστηριακή ενότητα με τη σύσταση της τοπικής εκκλησίας, που αποτελεί το δεύτερο έμμεσο στόχο της χριστιανικής ιεραποστολής.
         
Η παραπάνω επισήμανση αναδεικνύει πρωταρχικά την αναγκαιότητα του μυστηρίου του Βαπτίσματος για την είσοδο των κατηχουμένων στο Σώμα του Χριστού. Η ενότητα, όμως, στο σώμα της Εκκλησίας επισφραγίζεται και επιβεβαιώνεται στη συχνή μετοχή στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Η αλήθεια αυτή υπογραμμίζεται ιδιαίτερα στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, όπου ο Ιησούς περιγράφει το ευχαριστιακό βίωμα ως γεγονός αιωνίου τρόπου  υπάρξεως: «ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, κἀγὼ ἀναστήσω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» (Ιω. 6,54). Συνεπώς, με αυτό τον τρόπο εκφράζεται η θεραπευτική σημασία της θείας Ευχαριστίας[16] και εγκαινιάζεται η υπαρξιακή μετοχή στην πρόγευση της Βασιλείας του Θεού[17].
          Ευθύς αμέσως προκύπτει και ο τρίτος έμμεσος στόχος που αναφέρεται στην παγκόσμια προσφορά των χριστιανών. Ο λόγος γίνεται για τη διακονία, δηλαδή την ανιδιοτελή προσφορά υπηρεσιών προς κάθε άνθρωπο ανεξάρτητα από το φύλο, το έθνος, το θρήσκευμα, την κοινωνική τάξη. Οι χριστιανοί καλούνται λοιπόν να αποκτήσουν «νοῦν Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. 2,16), του Νέου Αδάμ, «του κατ’ εξοχήν διακόνου της ανθρωπότητος»[18]. Ας μη λησμονούμε άλλωστε ότι ο Κύριος «οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν» (Μτθ. 20,28). Κατά ανάλογο τρόπο, οι ανά τους αιώνες μαθητές Του ακολουθούν το παράδειγμά Του, διακονώντας όλη την οικουμένη.



          Επομένως, ιεραποστολική πράξη σημαίνει συνεργασία των πιστών με τον Χριστό δια του Αγίου Πνεύματος, ώστε να θεραπευτούν και τα κοινωνικά τραύματα. Πιο συγκεκριμένα, έργο των χριστιανών είναι ο αγώνας για την καταπολέμηση του κακού και την επικράτηση της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της αδελφοσύνης, της ενότητας και της αγάπης σε όλο τον κόσμο. Τότε οι χριστιανοί γίνονται πραγματικά συνεργοί Θεού. Η προοπτική αυτή δίνει μια απεριόριστη ελευθερία στην άσκηση της αγάπης και στη μετοχή της αλήθειας του Κυρίου. Με πυρήνα την ελεύθερη ανθρώπινη βούληση επαναπροσδιορίζεται η καίρια σημασία της σωτηρίας των εθνών. Πλέον, ο άνθρωπος τοποθετείται στην ορθή του θέση στο σύμπαν ως σημαντικός και εκλεκτός συνδημιουργός του Τριαδικού Θεού.



          Στο σημείο αυτό απαιτείται να σημειωθεί ότι η ιεραποστολή δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στην παροχή κοινωνικού και φιλανθρωπικού έργου.  Τα έργα εκπαίδευσης, πολιτισμού, κοινωνικής πρόνοιας, υγείας αποτελούν προέκταση της αγάπης που βιώνουν μεταξύ τους οι χριστιανοί, η οποία (αγάπη) εικονίζει την Αγιοτριαδική κοινωνία. Συγχρόνως, εκφράζουν την έμπρακτη παροχή βοήθειας στους νεοφώτιστους, με σκοπό την ανάδειξη των δικών τους πολιτιστικών στοιχείων και τον εγκεντρισμό τους στο Σώμα του Χριστού.



          Εν κατακλείδι, βασική δύναμη της ιεραποστολής είναι η αγάπη, η οποία εκφράζει τον τρόπο ύπαρξης του Τριαδικού Θεού. «Με αυτήν (ενν. την αγάπη) ο άνθρωπος υπερβαίνει τα όρια του εαυτού και πραγματοποιεί την ολοκληρωτική επάνοδο, την ‘επιστροφήν’ του στην ένωση με τον όντως Όντα»[19]. Έτσι, επιτυγχάνεται η μεταμορφωτική-θεραπευτική δράση της μετάνοιας και το έμπρακτο κάλεσμα σωτηρίας προς όλη την κτίση. Τελικά, η «μεταμόρφωση», ως μυστηριακό γεγονός εντός της Εκκλησίας και εμποτισμένη με την αυθεντική αγάπη, οδηγεί τον άνθρωπο στη θέωση, στη μακαρία κοινωνία αγάπης της Αγίας Τριάδος[20].



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάντα τα Έθνη, τεύχ. 135 (Ιουλ.-Σεπ. 2015), σελ. 3-6.

Για να δείτε το άρθρο στο περιοδικό Πάντα τα Έθνη πατήστε ΕΔΩ

Επίσης, είναι δημοσιευμένο και στο ACADEMIA.EDU








[1]               Ν. Νησιώτη, «Η εκκλησιολογική θεμελίωσις της Ιεραποστολής», Πορευθέντες, τεύχ. 17-18 (1963), σελ. 6.
[2]               Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλάτου (νυν Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας), Σκοπός και κίνητρο της Ιεραποστολής εξ απόψεως θεολογικής, ανάτυπο από το περ. Θεολογία, τευχ. 37, Αθήναι 1966, σελ. 4.
[3]               Όρος Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Mansi 6, 1082 κ.ε.
[4]               Πρβλ. Ν. Ματσούκα, Οικουμενική Θεολογία, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 68-84.
[5]               Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Ιεραποστολή στα ίχνη του Χριστού, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2007, σελ. 72.
[6]              Μ. Αθανασίου, Λόγος περί εναναθρωπήσεως του Λόγου, PG 25,192Β: «Ὁ Θεός ἐνηνθρώπησε, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».
[7]               Πρβλ. Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος Περί της εν Χριστώ ζωής, εκδ. Ι.Μ. Θεολόγου, Θεσσαλονίκη, σελ. 191.
[8]              Αποκ. 4,8β: «ἅγιος ἅγιος ἅγιος κύριος ὁ θεὸς ὁ παντοκράτωρ,ὁ ἦν καὶ ὁ ὢν καὶ ὁ ἐρχόμενος».
[9]               Ηλ. Βουλγαράκη, «Ποιος ασκεί το έργο της ιεραποστολής;», Πάντα τα Έθνη (1981), τεύχ. 1, σελ. 4.
[10]             Ν. Νησιώτη,  Η εκκλησιολογική, ο.π., σελ. 4-5.
[11]             Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλάτου, Σκοπός, ο.π., σελ. 14.
[12]             Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2000, σελ. 50.
[13]             Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλάτου, Σκοπός, ο.π., σελ. 8.
[14]             Πρβλ. Θ. Παπαθανασίου, «Ιεραποστολή και φύση της Εκκλησίας. Επισημάνσεις εισαγωγικές», Σύναξη, τεύχ. 78 (2001), σελ. 7 κ.ε..
[15]             Δ. Κούκουρα, Το μήνυμα του Ευαγγελίου. Μετάδοση και πρόσληψη, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 149-174. Σχετικά με τους παράγοντες επικοινωνίας στην ελληνόφωνη Ορθόδοξη Εκκλησία βλ. Δ. Κούκουρα, Εκκλησία και Γλώσσα, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 97-104.
[16]             Πρβλ. Ιγνατίου, Προς Εφεσίους, PG 5, 656A.
[17]             Π. Βασιλειάδη, Lex Orandi - Μελέτες Λειτουργικής Θεολογίας, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 118.
[18]             Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Παγκοσμιότητα, ο.π., σελ. 45.
[19]             Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Παγκοσμιότητα, ο.π., σελ. 45.
[20]             Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Παγκοσμιότητα, ο.π., σελ. 46.

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

ΟΡΘΟΟΔΟΞΟ ΔΟΓΜΑ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΗ

Νικολάου Γ. Τσιρέβελου, Δρ. Θεολογίας

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε το έτος 2007 στο περιοδικό "Το Τάλαντο" (τεύχ. 56) που εκδίδεται υπό την προνοία της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου. 

     
Ο όρος «δόγμα» έχει ποικίλες έννοιες στον ευρύτερο επιστημονικό κόσμο, είτε φιλοσοφικό, οικονομικό ή πολιτικό. Συνήθως εκφράζει αρνητικό περιεχόμενο[1]. Αντιθέτως στην ιστορία της Εκκλησίας το δόγμα είναι η διδασκαλία για το περιεχόμενό της ζωής της. Τα δόγματα ή Όροι, όπως ονομάζονται στις Οικουμενικές Συνόδους, αποτελούν μία οριοθετημένη έκφραση της αλήθειας που αποκαλύφθηκε δια του Σαρκωμένου Λόγου του Θεού. Παρουσιάζονται στην Εκκλησία τη στιγμή που την καθολικότητα[2] και την ενότητά της έρχεται να απειλήσει η απολυτοποίηση ενός μέρους της αλήθειας της.  Όταν, δηλαδή, μία ομάδα πιστών επιλέγει να ακολουθήσει ένα τρόπο ζωής διαφορετικό από το υπόλοιπο εκκλησιαστικό σώμα.


Με βάση τα παραπάνω δημιουργείται η αίρεση που χαρακτηρίζεται ως το αντίθετο της καθολικότητας του Μυστικού Σώματος του Χριστού. Ουσιαστικά η αίρεση, η  «φθοροποιός δοξασία» , κατά τον χαρακτηρισμό του εκκλησιαστικού συγγραφέα Ευσεβίου, απολυτοποιεί ένα κομμάτι του είναι της αλήθειας με νοησιαρχικό τρόπο, εγωπαθή διάθεση και ενέργεια. Βέβαια ο κίνδυνος υφίσταται εντονότερα, εφόσον η αίρεση δεν εμμένει σε θεωρητικές νόρμες, αλλά διαδίδεται στο πλήρωμα των πιστών και αποκτά πρακτικές συνέπειες. Με άλλα λόγια όταν κινδυνεύει η οντολογική πραγματικότητα της κατά χάρη θέωσης του ανθρώπου.
     
Οι αιρέσεις γενικότερα έχουν ως πηγή τους προϋπάρχοντες τύπους ζωής, όπως και διδασκαλίες πρίν ή μετά το χριστιανισμό. Οι σημαντικότερες επιρροές κυοφορούνται από την μήτρα του αρχαίου ιουδαϊσμού και ελληνισμού. Ο πρώτος αρνούμενος το έργο του Χριστού και την πραγματικότητα της ενανθρωπήσεως του Λόγου και συνεπώς και της τριαδικότητας του Θεού, βοήθησε ώστε να αναπτυχθεί ο μοναρχιανισμός, τροπικός ή δυναμικός, απορρίπτοντας ουσιαστικά ότι ο Χριστός είναι  «ο Υιός του Θεού του Ζώντος»[3]. Από την άλλη ο ελληνικός τρόπος σκέψης αποτέλεσε στον αρχέγονο, αλλά και στον μετέπειτα χριστιανισμό, το εφαλτήριο για τη δημιουργία των πλείστων χριστολογικών και τριαδολογικών αιρέσεων, όπως για παράδειγμα του δοκητισμού, του μανιχαϊσμού, του αρειανισμού κ.α.


Σε τούτη την απειλή η Εκκλησία αντέδρασε με την οριοθέτηση της διδαχής της. Με τοπικές συνόδους πρωταρχικά και μετέπειτα με τις οικουμενικές –μέσο δημοκρατικών διαδικασιών– διασφάλισε τη διδασκαλία της και θέσπισε κανόνες για τη λειτουργική ευταξία των μελών της. Και στις δυο περιπτώσεις δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την οντολογική εν Χριστώ ανακαίνιση του ανθρώπου και την σταδιακή μεταμόρφωση της κτίσης ολάκερης. Ουσιαστικά η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού υπήρξε η αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού στον κόσμο. Και όπως αναφέρει με ενάργεια ο Μ. Αθανάσιος «Ούτος (ο Χριστός) γαρ ενηνθρώπησε, ινά ημείς πάντες θεοποιθώμεν»[4]. Δηλαδή η ενανθρώπηση εκφράζει το σκοπό της ανθρώπινης φύσης, τη θέωση, την ολοκληρωμένη ελεύθερη κοινωνία συγκατάβασης και αγάπης με το Θεό.
    
Οι πατέρες των Συνόδων βιώνοντας την ορθόδοξη θεολογία και «γευόμενοι τη θέα του άκτιστου θείου φωτός»[5] έθεσαν τις βάσεις και τα κριτήρια για την ορθόδοξη πνευματικότητα. Στηρίζονταν πάντα στο περιεχόμενο της πίστης, το οποίο σαρκώνεται και αποτυπώνεται σε όλους τους τύπους και τις πράξεις της εκκλησιαστικής ζωής, στην τέχνη, στη λατρεία, στα τοπικά έθιμα, στους κανόνες και στις αποφάσεις των συνόδων. Η Εκκλησία φροντίζει να κρατά πάντοτε την αλήθεια στον τρόπο ζωής της. Και όπως σημειώνει παραστατικά ο Ν. Ματσούκας «η δογματική διδασκαλία ζωντανεύει την εικόνα του ιδίου κοινού σώματος της παράδοσης»[6]. Η σαφέστερη διατύπωση των δογμάτων βοηθά την ίδια την Εκκλησία να διαφωτίζει τα μέλη της στην πορεία τους προς το καθ ομοίωσιν και στην αποφυγή και θεραπεία κάθε αρρωστημένης παρουσίασης της αλήθειας.


Άλλωστε η σωτηρία επιτυγχάνεται μέσα από την ευχαριστιακή βιωματική πραγματικότητα του εκκλησιαστικού σώματος και σε καμία περίπτωση από την ιδεολογικοποίηση της πίστης. Γι’ αυτό τελικά δεν μπορεί να υπάρξει ορθοδοξία δίχως ορθοπραξία, πράγμα που υπογραμμίζεται με ενάργεια στην καθολική επιστολή του αγίου Ιακώβου «ποιο είναι το όφελος, αδελφοί μου, αν κάποιος λέει ότι έχει πίστη, δεν την αποδεικνύει όμως με έργα;»[7].

Οι θεόπτες Πατέρες με την προσπάθειά τους να  διασφαλίσουν από την μια την εκκλησιαστική αλήθεια και από την άλλη να αποκρούσουν τις πλάνες των αιρετικών κατάφεραν να δώσουν την μαρτυρία του καινού κόσμου του ευαγγελίου στην οικουμένη. Επειδή  οι αιρετικοί χρησιμοποιούσαν την ορολογία και την ορολογία της φιλοσοφίας, οι θεόπνευστοι πατέρες απαντούσαν με όρους της θύραθεν παιδείας, χρησιμοποιώντας το φιλοσοφικό λόγο ως εξωτερικό ένδυμα των βαθύτατων θεολογικών πραγμάτων. Η οργανική τούτη αφομοίωση της φιλοσοφίας αναδεικνύει την μαρτυρία του χριστιανισμού στην ιστορία.
Αποκαλύπτει ένα ζωντανό οργανισμό, την Εκκλησία, που διατηρεί πάντοτε τα θετικά στοιχεία των πολιτισμών, μεταμορφώνοντας τα εν Χριστώ Ιησού και αποκόπτοντας τα φθοροποιά «ζιζάνια». Ουσιαστικά δημιουργεί τα δικά της ποικίλα μνημεία, παράγοντας πολιτισμό και μένοντας πιστή στα λόγια του Κυρίου «Ότι είναι το αλάτι για την τροφή, είστε κι εσείς για τον κόσμο. Αν το αλάτι χάσει την αρμύρα του πώς θα την ξαναποκτήσει;»[8].






[1] Σε τούτο το σημείο θα θέλαμε να παρατηρήσουμε τη διαφορά και τη διάκριση ανάμεσα στο δόγμα και στο δογματισμό. Όπως ορθά υποστηρίζει ο καθ. Ν. Ματσούκας «το δόγμα αποκρούει κάθε ιδεόληπτη κυριαρχικότητα του δογματισμού…το δόγμα είναι ο ίδιος τρόπος μιας ελεύθερης και δημιουργικής ζωής ή η συμμετοχή σε τούτη τη συντελεσμένη και συντελούμενη πραγματικότητα», Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β, Πουρναράς 1999, σελ. 15
[2] Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες η έννοια της καθολικότητας ήταν ταυτόσημη με εκείνη της ορθοδοξίας. Με το πέρασμα των αιώνων όμως άρχισε να ταυτίζεται περισσότερο με εκείνη της οικουμενικότητας. Εν τέλει καθολικότητα, ορθοδοξία και οικουμενικότητα είναι έννοιες αλληλένδητες. Για περισσότερα βλ. τη διατριβή του νυν μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα,  Η Ενότις της Εκκλησίαςκατά τους τρεις πρώτους αιώνας.
[3] Κατά Ματθαίον 16,16.
[4] Μ. Αθανασίου, Λόγος περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου,  PG 4.
[5] Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Ενάντια στους Ευνομιανούς, PG 78.
[6] Ν. Ματσούκα Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β, Πουρναράς 1999, σελ 23.
[7] Επιστολή Ιακώβου 2,14.
[8] Κατά Ματθαίον 5,13.