Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Η ΙΔΡΥΣΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΣΕ ΠΟΙΚΙΛΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΑ


ΤΡΟΠΟΙ ΜΕΤΑΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΜΗΝΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΛΒΑΝΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
 Δρ. Νικόλαος Γ. Τσιρέβελος*
Abstract: This article discusses the ways in which the message of the Gospel is conveyed to the people of modern day era on the basis of the orthodox ecclesiastical tradition as well as the scholarly and ecclesiastical work of the Archbishop of Tirana and All Albania Anastasios Yannoullatos. This discussion concerns the multicultural environment of modern day societies and includes communities which are already Christian based. In particular, the article examines the relationships of newly established ecclesiastical communities to the local culture, the unique social, linguistic and religious tradition of the places in which the good news of life in Christ is being spread. It also briefly assesses the participation of the Orthodox Church in the inter-Christian and interreligious dialogue. Finally, it investigates the qualities and skills of the persons who will serve as leaders of new Christian communities and will ensure that the word of God is spread among places which have not been given the opportunity to embrace it yet.
Keywords: Archbishop of Tirana and All Albania Anastasios; Communication; Preaching; Missionary Methods; Culture (of Incarnation); Native Language; Christian Testimony.

Εισαγωγή
Ο Κύριος μετά την ανάστασή Του παρέδωσε μια σαφή εντολή στους μαθητές Του: «πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη[1] και οι Απόστολοι οι ίδιοι και διαμέσου των αιώνων οι μαθητές τους μετέφεραν το μήνυμα στην οικουμένη, ότι με την ανάσταση του Ιησού Χριστού «ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος».[2] Για λόγους, όμως, ιστορικούς η ορθόδοξη χριστιανική μαρτυρία στα έθνη δε συνεχίστηκε.[3]
Στον ελλαδικό χώρο το ενδιαφέρον για το κήρυγμα του Ευαγγελίου στην οικουμένη αναζωπυρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και σταδιακά αυξήθηκε τα επόμενα χρόνια μέχρι και τις μέρες μας στις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση νέων τοπικών εκκλησιών στις χώρες της Ασίας, της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ωκεανίας.
Σε όλη αυτή τη μακρά αποστολική πορεία της Εκκλησίας, η μετάδοση του μηνύματος του Ευαγγελίου και η ίδρυση νέων εκκλησιαστικών κοινοτήτων σε ποικίλα πολιτιστικά περιβάλλοντα ακολούθησαν ορισμένες προϋποθέσεις και μεθόδους, ώστε το μήνυμα να καταστεί γνωστό και οικείο σε περισσότερους αποδέκτες. Στις μέρες μας η πρόοδος των επιστημών και η εξέλιξη της τεχνολογίας δύναται να υπηρετήσουν το έργο της Εκκλησίας, προάγοντας ποικιλότροπα τη διάδοση του Ευαγγελίου στην οικουμένη.
Το ζητούμενο είναι πάντα από ποιούς και πώς θα χρησιμοποιηθούν αυτά τα μέσα για την επίτευξη της εν Χριστώ μαρτυρίας. Σχετικά με αυτό το θέμα ο πρωτεργάτης της Ορθόδοξης ιεραποστολής κατά τον 20ο αιώνα, ο νυν Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, έγραφε το 1968:
Η ιεραποστολή ζητεί να διακονήσει δεν αρέσκεται σε «ενθουσιώδεις» ανακρίβειες […] ο σεβασμός κάθε μορφής αλήθειας είναι λατρεία προς τον Θεό και άρα ιεραποστολικό δέον. Για να μεταμορφώσουμε εν Χριστώ την πραγματικότητα, πρέπει πρώτα να τη συνειδητοποιήσουμε και να την «προσλάβουμε» όπως είναι. Αν επιμένουμε να την αγνοούμε, θα μας εκδικηθεί».[4]
Ήδη από την εποχή που ξεκινούσε η ελληνόφωνη ιεραποστολή,[5] ο τότε λαϊκός και νυν Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Αναστάσιος καλούσε με προφητικό τρόπο όσους ήθελαν να ασχοληθούν με την ιεραποστολή να μελετήσουν και να γνωρίσουν πρώτα το κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον των χωρών που ακόμη δεν είχε φθάσει το κήρυγμα του Χριστού.[6] Συγχρόνως, αναζητούσε και σημείωνε πρακτικές λύσεις, ώστε να ευδοκιμήσει ο παραπάνω στόχος. «Τί ακριβώς από το παρελθόν μπορεί να υιοθετήσει μια νέα χριστιανική κοινότητα και τί να απορρίψει; Ποιά έθιμα, ποίοι συμβολισμοί, ταυτίζονται αναπόσπαστα με την παλαιά θρησκεία και ποιά αποτελούν απλώς τρόπο εκφράσεως κάποιας εμπειρίας, όπως π.χ. η έναρξη νέας περιόδου ζωής»;[7]
Ο στόχος του παρόντος άρθρου είναι η προσπάθεια διερεύνησης των απαντήσεων στα παραπάνω ερωτήματα. Ταυτόχρονα παραδίδονται ορισμένοι τρόποι μετάδοσης του μηνύματος του Ευαγγελίου σύμφωνα με τη χριστιανική θεολογική παράδοση,[8] αλλά και τον έμπρακτο λόγο του νυν Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου (Γιαννουλάτου), του πρωτοπόρου της αναβίωσης της Ορθόδοξης μαρτυρίας στα έθνη κατά τον 20ο αιώνα. Όλος ο προβληματισμός εστιάζει στις πολυπολιτισμικές συνθήκες των σημερινών κοινωνιών του πλανήτη. Σε αυτές περιλαμβάνονται πλέον και οι κοινωνίες που έχουν ως βάση τη χριστιανική παράδοση και χρήζουν επανευαγγελισμού.[9] Ειδικότερα, εξετάζονται οι σχέσεις των νέων εκκλησιαστικών κοινοτήτων με τον τοπικό πολιτισμό, την ιδιαίτερη κοινωνική, γλωσσική και θρησκευτική παράδοση των περιοχών στις οποίες διακονείται η εν Χριστώ μαρτυρία. Στο τέλος ερευνώνται τα χαρακτηριστικά των προσώπων που θα στελεχώσουν τις νέες εκκλησίες και θα διακονήσουν τις ανάγκες των νέων κοινοτήτων, φροντίζοντας για τη σπορά του λόγου του Θεού σε λευκές προς θερισμό περιοχές και χώρες.[10]
Για να διαβάσετε τη συνέχεια του άρθρου πατήστε ΕΔΩ

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Συμ-βολή, τόμος 2, τεύχος 3 (2017), σελ. 65-83, που εκδίδεται από την Ιερά Μητρόπολη Κυρηνείας. 





*    Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και υπηρετεί ως θεολόγος καθηγητής στο «Βενετόκλειο» 1ο Λύκειο Ρόδου της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Α΄ Δωδεκανήσου. Το 2014 έλαβε Διδακτορικό Δίπλωμα από το Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ.
[1]     Μτθ. 28: 19.
[2]     Α΄ Κορ. 15: 26.
[3]     Αναστάσιος (Αρχιεπ. Τιράννων), Ιεραποστολή στα ίχνη του Χριστού, Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2007, σ. 162.
[4]     Αναστάσιος (Αρχιεπ. Τιράννων), Η λησμονημένη εντολή «Πορευθέντες...». Από το λήθαργο στην αφύπνιση, Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2014, σ. 220.
[5]     Η ελληνόφωνη ιεραποστολή ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Για περισσότερα βλ. Θανάσης Παπαθανασίου, «Η “γενιά του 60” και η ιεραποστολή. Δυσπιστία, δημιουργικότητα, αμηχανία», στο: Παναγιώτης Καλαϊτζίδης (επιμ.), Αναταράξεις στη μεταπολεμική θεολογία. Η «θεολογία του 60», Ίνδικτος, Αθήνα 2009, σ. 367-428, εδώ σ. 367-382 και Νικόλαος Τσιρέβελος, Τα ιεραποστολικά περιοδικά και η αποτύπωση της Ορθόδοξης μαρτυρίας. Επικοινωνιακή προσέγγιση, Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 24-52 [Αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή].
[6]     Το «Διορθόδοξο Ιεραποστολικό Κέντρο Πορευθέντες», το οποίο ίδρυσε ο τότε διάκονος και νυν Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Αναστάσιος, είχε ξεκινήσει σεμινάρια σχετικά με την αφρικανική εθνολογία και θρησκειολογία από το 1961. Για περισσότερα βλ. Νικόλαος Τσιρέβελος, Τα ιεραποστολικά περιοδικά, σ. 52 κ.ε..
[7]     Αναστάσιος (Αρχιεπ. Τιράννων), Η λησμονημένη εντολή «Πορευθέντες...», σ. 218.
[8]     Για τις μεθόδους μαρτυρίας και το σχετικό θεολογικό προβληματισμό βλ.: Ηλίας Βουλγαράκης, Ιεραποστολή - Δρόμοι και Δομές, Αρμός, Αθήνα 1989, σ. 146-147· James Stamoolis, Eastern Orthodox Mission Theology today, Wipf and Stock Publishers, West Broadway, Eugene 2001, σ. 74-80 και Νεκταρία (Παραδείση μοναχής), «Πορεία προς την “ινδική” Ορθοδοξία», Σύναξη 78, (Απρ.-Ιουν. 2001), σ. 113-115, εδώ σ. 115.
[9]     Για περισσότερα βλ. Δήμητρα Κούκουρα, «Επανευαγγελισμός στις «χριστιανικές» κοινωνίες. Μια ορθόδοξη προσέγγιση», στο: http://ejournals.lib.auth.gr/synthesis/article/view/4302/4380 [πρόσβ.: 20 Σεπτ. 2015].
[10]    Ελεύθερη απόδοση του Ιω. 4: 35γ.